Παρασκευή, 8 Απριλίου 2011

"Το αμάρτημα της μητρός μου": ερωτήσεις - απαντήσεις σε όλο το κείμενο


1       Γιατί ο Παλαμάς αναφέρει ότι ο Βιζυηνός «ρέπει προς τη μυθιστοριογραφία»;
2       Λυτρώνεται η μητέρα στο τέλος του διηγήματος; Αποκαθίσταται στη συνείδηση του αναγνώστη και του αφηγητή; Γιατί η μητέρα θεωρείται τραγικό πρόσωπο;
3       Να επισημάνετε τρία χαρακτηριστικά της διηγηματογραφίας του Βιζυηνού και να τα αναλύσετε συνοπτικά.
4       Ο  Μητσάκης αναφέρει: «Παρόλο που τα διηγήματα του Βιζυηνού είναι ραμμένα σε μια απλούστερη, σχετικά κομψή και θερμή καθαρεύουσα, όχι σπάνια η αφήγηση αποβάλλει το μετριοπαθή γλωσσικό καθωσπρεπισμό και πλησιάζει το λόγο της καθημερινής ζωής και πράξης». Να επιβεβαιώσετε την παραπάνω άποψη με αναφορές στο διήγημα.
5       Ο Μουλάς έχει επισημάνει ότι «Ο χώρος στα διηγήματα του Βιζυηνού λειτουργεί με συνεχείς αντιθέσεις. Μια από αυτές είναι η αντίθεση κλειστός - ανοιχτός χώρος». Πώς εγγράφονται στη συνείδηση του αφηγητή οι χώροι αυτοί και με τι είδους περιστατικά συνδέονται;
6       Να επισημάνετε τη διάσταση ανάμεσα στον ώριμο αφηγητή και την παιδική συνείδηση που προσλαμβάνει τα συμβάντα και να εξηγήσετε με λίγα λόγια τη διάσταση αυτή.

ΠΡΟΤΕΙΝΟΜΕΝΕΣ ΑΠΑΝΤΗΣΕΙΣ
1.   Ένα έργο, για να χαρακτηριστεί διήγημα, πρέπει να αποτελεί την αφήγηση ενός γεγονότος με συντομία, πυκνότητα και λιτότητα, και να μεταδίδει άμεσα την εντύπωση που θέλει. Βασικό, επίσης, γνώρισμα της δομής ενός διηγήματος είναι ο μονοκεντρισμός του ενός επεισοδίου, δηλαδή η αφήγηση ενός γεγονότος και αυτού μάλιστα στην κορύφωσή του. Ακόμη, αξίζει να αναφερθεί ότι σε ένα διήγημα τα πρόσωπα είναι περιορισμένα, ο κεντρικός ήρωας είναι ένας, τα υπόλοιπα πρόσωπα κινούνται γύρω από αυτόν και λειτουργούν συμπληρωματικά στις πράξεις και τις ενέργειές του.
Από τα παραπάνω στοιχεία, στο διήγημα «Το αμάρτημα της μητρός μου» μπορεί κανείς να ανιχνεύσει μόνο τη λιτότητα και την πυκνότητα. Ως προς τον αριθμό των επεισοδίων, αντιλαμβάνεται εύκολα κανείς ότι η αφήγηση δεν περιορίζεται σε ένα γεγονός, αλλά εκτείνεται σε περισσότερα επεισόδια, καθώς το κύριο γεγονός, που είναι το αμάρτημα της μητέρας, πλαισιώνεται από άλλα γεγονότα, εξίσου σημαντικά με αυτό που καταλαμβάνουν μεγάλη έκταση. Συνεπώς, το διήγημα περιλαμβάνει και πολλά πρόσωπα ενώ τα γεγονότα εκτείνονται σε μεγάλο χρονικό διάσημα, γι' αυτό και ο Παλαμάς κρίνει ότι ο συγγραφέας «ρέπει προς την μυθιστοριογραφίαν την αρχέτυπον και περιπετειώδη, την γόνιμον εις πλοκάς και περιπλοκάς συμβάντων», ενώ ο Άριστος Καμπάνης ονομάζει το διήγημα αυτού του είδους «αναλυτικό διήγημα».
2.    Ο Γιωργής, για να απαλλάξει οριστικά τη μητέρα του από τις τύψεις που τη βασάνιζαν χρόνια κανονίζει μια συνάντηση με τον πατριάρχη προκειμένου μέσω της διαδικασίας της εξομολόγησης να τη βοηθήσει να εξιλεωθεί και να απαλλαγεί από το φόβο της τιμωρίας του Θεού. Η μητέρα βγαίνει από το πατριαρχείο «ευχαριστημένη και ελαφρά» και ο αφηγητής αισθάνεται ότι αποκαταστάθηκε οριστικά η ψυχική γαλήνη της, όμως το γεγονός ότι παραμένει σκεφτική και σιωπηλή, καθώς και τα λόγια της στο τέλος του διηγήματος αποδεικνύουν ότι μπορεί να απαλλάχτηκε η μητέρα από το φόβο της τιμωρίας του Θεού, αλλά παραμένει ο πόνος, οι τύψεις και η ενοχή. Η πληγή της μητέρας μένει για πάντα ανοιχτή, αφού δεν κατάφερε να επουλώσει τα ψυχικά της τραύματα ούτε η εξομολόγηση, που αποτελεί το κυριότερο μέσο εξαγνισμού της ανθρώπινης ψυχής.
Ωστόσο, στη συνείδηση του αναγνώστη και του αφηγητή η μητέρα αποκαθίσταται, καθώς ο αφηγητής γνωρίζει τα βάσανα που αυτή η γυναίκα πέρασε και δικαιολογεί πια όλες τις πράξεις της, ακόμα και αυτές που του φαίνονταν ακατανόητες. Το ίδιο ισχύει και για τον αναγνώστη, ο οποίος μαζί με τον αφηγητή συνειδητοποιεί ότι η αιτία ακόμα και για τις πιο παράλογες πράξεις της μητέρας ήταν η ανάγκη της να εξιλεωθεί και να λυτρωθεί από το αμάρτημα που άθελά της διέπραξε και όχι η επιθυμία της να βλάψει τα παιδιά της.
Εξάλλου, η μητέρα του αφηγητή μπορεί να θεωρηθεί τραγικό πρόσωπο είτε εξαίτίας των πράξεών της είτε εξαιτίας των χτυπημάτων της μοίρας. Τα στοιχεία που επιβεβαιώνουν την τραγικότητα της ζωής της είναι αρχικά η ακούσια δολοφονία του βρέφους της, πράξη που συνιστά παιδοκτονία, ένα από τα πιο σοβαρά εγκλήματα. Αυτό το έγκλημα η μητέρα δεν το ξεπέρασε ποτέ και βασανίζεται σε όλη τη ζωή της από τύψεις, ενώ όλες οι προσπάθειες που κάνει να λυτρωθεί από τις τύψεις είναι μάταιες. Στη συνέχεια, η γυναίκα αυτή έμεινε χήρα και ανέλαβε αποκλειστικά την ευθύνη της ανατροφής των παιδών της, ενώ η τραγωδία της ζωής της ολοκληρώθηκε, όταν έχασε ακόμα ένα κορίτσι της από ανίατη ασθένεια. Επίσης, η μητέρα αυτή αναγκάστηκε να βιώσει την αγωνία, καθώς ένα από τα αγαπημένα της παιδιά αναγκάστηκε να ξενιτευτεί χωρίς να μπορεί για καιρό να της στείλει νέα του, ενώ πρωτύτερα το ίδιο παιδί κινδύνευσε να πνιγεί σε επικίνδυνο ποτάμι.
Από τα παραπάνω προκύπτει το συμπέρασμα ότι ο αναγνώστης και ο αφηγητής μόνο με συμπάθεια και κατανόηση μπορούν να αντιμετωπίζουν τη γυναίκα αυτή, της οποίας η ζωή στιγματίστηκε από δυσάρεστα γεγονότα που καθόρισαν τις πράξεις της, οι οποίες σε πολλές περιπτώσεις υπήρξαν ακραίες.
3.    Το  έργο του Βιζυηνού τον ανέδειξε σε έναν από τους σημαντικότερους εκπροσώπους του ηθογραφικού διηγήματος στην Ελλάδα, και αυτό γιατί στο έργο του συμπυκνώνονται κάποια από τα χαρακτηριστικά εκείνα που καθιστούν ένα συγγραφέα αξεπέραστο.
Ένα από τα χαρακτηριστικά αυτά είναι το ηθογραφικό πλαίσιο των διηγημάτων του. Ο Βιζυηνός περιγράφει γλαφυρά στα διηγήματά του τη ζωή των απλών, ταπεινών ανθρώπων της θρακιώτικης υπαίθρου. Η παραστατική περιγραφή των ηθων και των εθίμων της Θράκης, δίνει μια γνήσια εικόνα των χωριών αλλά και των ίδιων των ανθρώπων με τις δοξασίες και τις προλήψεις τους. Το τελετουργικό του γάμου, της υιοθεσίας, οι εξορκισμοί και οι λαϊκές δοξασίες που αναφέρονται στο «Αμάρτημα της μητρός μου» δίνουν στον αναγνώστη μια πλήρη εικόνα της ζωής στην ελληνική ύπαιθρο.
Επίσης, ο Βιζυηνός είναι ένας διαρκώς αυτοβιογραφούμενος συγγραφέας. Στα διηγήματά του αναφέρεται στο άμεσο οικογενειακό περιβάλλον αλλά και στο ευρύτερο περιβάλλον του που αποτελείται από τους συγχωριανούς του. Σύμφωνα και με τον Παλαμά, «εις τα διηγήματα αυτά, εντυπώσεις και αναμνήσεις των παιδικών χρόνων, της νεανικής ηλικίας, ως είδος τι οικογενειακών απομνημονευμάτων, ακόμα και το ίδιο το πρόσωπο του συγγραφέως ... διαδραματίζει ουσιώδες μέρος ... ». Πράγματι, τα πρόσωπα που κινούνται στα διηγήματά του είναι οι δικοί του άνθρωποι, που με τις πράξεις τους σημάδεψαν τη ζωή του.
Αναμφισβήτητα, στο Βιζυηνό ανήκει και ο τίτλος του πρώτου διηγηματογράφου - ψυχογράφου. Οι σπουδές του στην ψυχολογία συνέβαλαν στην ανάπτυξη της ικανότητας του συγγραφέα να βλέπει τους ανθρώπους «εκ των έσω», να διεισδύει στα μύχια της ψυχής των ηρώων και να σκιαγραφεί τον ψυχικό τους κόσμο, τις αμφιβολίες και τα αδιέξοδά τους, δίνοντας με αυτόν τον τρόπο εξαιρετική δύναμη στις περιγραφές των ανθρώπινων χαρακτήρων στα έργα του.
Όλα τα παραπάνω χαρακτηριστικά αποτελούν λίγες μόνο από τις αρετές της διηγηματογραφίας του Βιζυηνού και συνιστούν τη μεγάλη αξία του έργου του.
4.    Η γλώσσα της πεζογραφίας του Βιζυηνού είναι η λόγια γλώσσα, η καθαρεύουσα. Ο Βιζυηνός είναι υποχρεωμένος να γράφει σε αυτήν, όπως όλοι οι λόγιοι της εποχής και κυρίως όσοι είχαν δεχτεί τις επιδράσεις της φαναριώτικης παιδείας. Βέβαια, ο Βιζυηνός ενσωματώνει στα διηγήματά του και πολλές λέξεις και τύπους της λαϊκής γλώσσας. Ειδικότερα, στα αφηγηματικά μέρη ο συγγραφέας χρησιμοποιεί την καθαρεύουσα (ήτο, καθ' ην, μήτηρ, ειργάζετο, συντοπίται, όστις, απεποιήθην, δρομαίος, ήμην, χαμαί κ. α), ενώ στα διαλογικά η γλώσσα είναι λαϊκή (δουλεύεις,   θρέφη,   παιδί   μου,   μάνα)   και   χαρακτηρίζεται   από   τη   χρήση ιδιωματισμών (ζούλια), παροιμιακών φράσεων (τον επήρε το ποτάμι), ευχών (ας έχη την ευχή μου) και κατάρων (φωτιά να τους κάψη) που εμπλουτίζουν το λόγο, προσδίδουν   ποικιλία   και   απεικονίζουν   πιστά   τη   γλωσσική   πλευρά   του πολιτισμού της πατρίδας του συγγραφέα και της εποχής του. Επομένως, η πολυμορφία στο έργο του Βιζυηνού αποδεικνύει την ικανότητα του συγγραφέα να προβαίνει σε πολυεπίπεδες και πολλαπλές γλωσσικές επιλογές.
5.   Ο Μουλάς επισημαίνει ότι στο «Αμάρτημα της μητρός μου» ο κλειστός χώρος εγγράφεται στη συνείδηση του αφηγητή ως χώρος δυσάρεστων γεγονότων και μυστηρίου, αφού στο σπίτι πεθαίνει η Αννιώ, θανατώνεται το βρέφος από τη μητέρα, ενώ στην εκκλησία ο αφηγητής ζει εφιαλτικές στιγμές, καθώς βλέπει μπροστά του φαντάσματα και εφιάλτες και ακούει τη φρικτή προσευχή της μητέρας του. Από την άλλη μεριά, οι ανοιχτοί χώροι συνδέονται συνειρμικά με ευχάριστα γεγονότα, όπως είναι το γλέντι του γάμου και η διαδικασία της υιοθεσίας.
Στο περιστατικό, βέβαια, στο ποτάμι η διάκριση της λειτουργίας του κλειστού και του ανοιχτού χώρου φαίνεται να μην ισχύει, καθώς ο αφηγητής και η μητέρα του βρίσκονται σε ανοιχτό χώρο και βιώνουν μια φρικτή εμπειρία. Το παιδί κινδυνεύει να πνιγεί στο ποτάμι και η μητέρα με αυτοθυσία προσπαθεί να το σώσει θέτοντας σε κίνδυνο την ίδια της τη ζωή. Φαίνεται, όμως, ότι τελικά και σε αυτό το απόσπασμα ισχύει η συνειρμική σύνδεση του ανοιχτού χώρου με τα ευχάριστα γεγονότα, καθώς παρόλο που αρχικά το επεισόδιο στο ποτάμι φαίνεται δυσάρεστο, τελικά λειτουργεί ευεργετικά προκαλώντας την οριστική αποκατάσταση της σχέσης της μητέρας με τον αφηγητή, η οποία είχε διαταραχθεί μετά από την προσευχή της μητέρας στην εκκλησία.
6.    Η ιστορία δίνεται από την οπτική γωνία του αφηγητή - πρωταγωνιστή, καθώς η αφήγηση είναι μεταγενέστερη των γεγονότων. Ο αφηγητής είναι ώριμος στα περισσότερα σημεία του διηγήματος (και κυρίως μετά την επιστροφή του από την ξενιτιά), στις πρώτες, όμως, ενότητες (μέχρι το ταξίδι του στην ξενιτιά) αφηγούμενος μεταδίδει τις ανησυχίες, τους φόβους και τις απορίες της παιδικής συνείδησης, όπως αυτή προσέλαβε τις παραστάσεις και τα γεγονότα. Ωστόσο, ακόμα και στις πρώτες ενότητες, όπου ακούμε τη φωνή του παιδικού αφηγητή, ο ώριμος  αφηγητής κάνει την  εμφάνισή  του και σχολιάζει κάποια από τα γεγονότα από την οπτική γωνία της ωριμότητας. Συνεπώς, παρόλο που η καταγραφή  και η   παρουσίαση  των  συμβάντων  γίνεται από  την   παιδική συνείδηση του αφηγητή, είναι πολλά τα σημεία στα οποία η συμπεριφορά του ίδιου του αφηγητή ή των άλλων προσώπων του διηγήματος παρουσιάζεται από τον ώριμο αφηγητή, τα σχόλια του οποίου είναι ευδιάκριτα και πολλές φορές εμπεριέχουν και αρκετή δόση ειρωνείας.
Για παράδειγμα στο επεισόδιο στο ποτάμι ο μικρός Γιώργης, αφού σώζεται από βέβαιο πνιγμό, δίνει την υπόσχεση να θρέψει τη μητέρα του και την ψυχοκόρη της με τα χρήματα που θα βγάλει δουλεύοντας στην ξενιτιά. Ωστόσο, ο αφηγητής της ώριμης ηλικίας σχολιάζει την υπόσχεση που έδωσε ως παιδί και συμπληρώνει ότι από τη θέση του ώριμου αφηγητή συνειδητοποιεί πόσο αφελής υπήρξε και πόσο δύσκολο ήταν να πραγματοποιήσει την υπόσχεση που είχε δώσει στη μητέρα του (Δεν ήξευρον... μητέρα μου).


Δεν υπάρχουν σχόλια:

Related Posts Plugin for WordPress, Blogger...