Παρασκευή, 12 Νοεμβρίου 2010

Τα όρια της πολυπολιτισμικότητας

του Αριστείδη Χατζή1
Εάν δεν πιστεύουμε στην ελευθερία της έκφρασης αυτών που απεχθανόμαστε, δεν την πιστεύουμε για κανέναν.
Noam Chomsky
Σε παλαιότερο κείμενό μου στο Cogito έχω υποστηρίξει το πόσο μάταιη και αδιέξοδη είναι η προσπάθεια εξαγωγής της δημοκρατίας. Στην καλύτερη περίπτωση οδηγεί σε μια άγαρμπη μεταφορά μιας λειψής δημοκρατικής πρόσοψης που με πρόσχημα την αρχή της πλειοψηφίας απορρίπτει το κράτος δικαίου. Ο τρόπος που οι Σιίτες κυριάρχησαν στο Ιράκ είναι χαρακτηριστικός.
Μέχρι ποιο βαθμό μπορούμε να ανεχθούμε στα πλαίσια ενός κράτος δικαίου συμπεριφορές και αντιλήψεις που έρχονται σε αντίθεση με τις φιλελεύθερες και δημοκρατικές αρχές;
Το ερώτημα στο οποίο θα επιχειρήσω να απαντήσω στο παρόν κείμενο είναι ακόμα πιο δύσκολο. Μπορεί πλέον να συμφωνούμε ότι είναι μάλλον κακή ιδέα η επιβολή των φιλελεύθερων και δημοκρατικών αρχών σε άλλες χώρες με διαφορετική πολιτισμική και θεσμική παράδοση – πολύ πιο σοβαρό όμως είναι το κατά πόσο μπορούμε να επιβάλλουμε τις αρχές αυτές μέσα στις ίδιες τις δυτικές δημοκρατίες. Η εγκατάσταση μεγάλων ομάδων μεταναστών στη Δύση θέτει όλο και πιο έντονα το ερώτημα που μπορούμε να το αναδιατυπώσουμε και ως εξής:
Μέχρι ποιο βαθμό μπορούμε να ανεχθούμε στα πλαίσια ενός κράτος δικαίου συμπεριφορές και αντιλήψεις που έρχονται σε αντίθεση με τις φιλελεύθερες και δημοκρατικές αρχές;
Για να διαπιστώσουμε καλύτερα το εύρος της σύγκρουσης, θα αναφερθώ σε δύο παραδείγματα:
(α) Ο Αιθίοπας Khalid Adem εγκαταστάθηκε στις Η.Π.Α. το 1992, γνώρισε τη μελλοντική σύζυγό του Fortunate στο κολέγιο και την παντρεύτηκε το 1997 στην Αντίς Αμπέμπα. Εκεί γεννήθηκε και η κόρη τους. Η οικογένεια επέστρεψε στις Η.Π.Α. και το 2001, όταν η κόρη του ήταν μόλις δύο ετών, ο Khalid ενήργησε με τη βοήθεια ενός φίλου του κλειτοριδεκτομή χρησιμοποιώντας ένα απλό ψαλίδι.
Μετά το διαζύγιο με τη Fortunate και κατά τη διάρκεια της δικαστικής διαμάχης για την επιμέλεια του παιδιού, η πρώην σύζυγός του τον κατήγγειλε για την κλειτοριδεκτομή. Σύμφωνα με την κατάθεσή της: «Είπε ότι ήθελε να προστατεύσει την παρθενία της, πως αυτό είναι το θέλημα του Θεού». Αμέσως ο Khalid συνελήφθη και το Νοέμβριο του 2006 καταδικάστηκε σε δεκαετή κάθειρξη για βαριά σωματική βλάβη και κακοποίηση ανηλίκου. Αμέσως μετά τη δίκη η κλειτοριδεκτομή έγινε ιδιώνυμο έγκλημα στην πολιτεία της Georgia.
Όμως στην Αιθιοπία η κλειτοριδεκτομή δεν απαγορεύεται. Μάλιστα την υφίστανται από το 46% ως το 95% των γυναικών, ανάλογα με την περιοχή στην οποία κατοικούν. Η κλειτοριδεκτομή δεν συνδέεται με τον ισλαμισμό. Ακόμα και ορισμένοι Κόπτες χριστιανοί δεν βαπτίζουν κορίτσια που δεν έχουν υποστεί αυτή τη διαδικασία καθώς τα θεωρούν ακάθαρτα.
Θα πρέπει να επισημάνουμε ότι η κλειτοριδεκτομή δεν αποτελεί καν μία περιθωριακή πρακτική που ακολουθούν πλέον μόνο απομονωμένες άγριες φυλές της Αφρικής. Σε παγκόσμιο επίπεδο, περίπου 130 εκ. γυναίκες έχουν υποστεί αυτή τη διαδικασία. Κάθε χρόνο 3 εκατομμύρια γυναίκες θα την υποστούν με ή χωρίς τη θέλησή τους.
Στις Η.Π.Α., αν και από το 1997 απαγορεύεται με ομοσπονδιακό νόμο για τα άτομα κάτω των 18 ετών, υπολογίζεται ότι την έχουν υποστεί 168.000 γυναίκες, οι 50.000 εκ των οποίων είναι ανήλικες. Στο Ηνωμένο Βασίλειο απαγορεύεται από τα μέσα της δεκαετίας του 1980, όμως 74.000 γυναίκες (οι 7.000 από αυτές κάτω των 16 ετών) έχουν υποστεί τη διαδικασία.
Η πρακτική αυτή καταδικάζεται απ’ όλους σχεδόν τους διεθνείς οργανισμούς και έχει ποινικοποιηθεί στα περισσότερα κράτη, όμως έχει και πολλούς υποστηρικτές που θεωρούν ότι η διαδικασία είναι ιδιαίτερα σημαντική θρησκευτικά και πολιτιστικά για την παράδοση των λαών και των φυλών που την εξασκούν. Αποτελεί ένα είδος τελετής μύησης και ενηλικίωσης που τις περισσότερες φορές γίνεται με τη θέληση και συμμετοχή του θύματος. Σύμφωνα με τον Καθηγητή του Πανεπιστημίου του Cambridge Robert Hinde, «απαγορεύοντας την πρακτική, φερόμαστε σαν αποικιοκράτες και ιεραπόστολοι, προσπαθώντας να εξαφανίσουμε έ-ναν πολιτισμό που τον θεωρούμε κατώτερο του δικού μας», ενώ ο Καθηγητής Asha Samad (CUNY) θεωρεί ότι απλά «πρόκειται για διαφορά απόψεων. Οι οικογένειες που το κάνουν αγαπούν τα παιδιά τους τουλάχιστον το ίδιο όσο και μια μέση Αμερικάνικη οικογένεια».
(β) Τον Οκτώβριο του 2006 ο βρετανός βουλευτής και πρώην υπουργός εξωτερικών Jack Strawniqab). Οι γυναίκες αυτές ήταν πολλές, καθώς ο Jack Straw εκλέγεται βουλευτής στο Blackburn όπου το 25-30% των κατοίκων είναι μουσουλμάνοι. Σε δηλώσεις του τόνισε πως σε μία δυτική κοινωνία όπου οι εκφράσεις του προσώπου έχουν μεγάλη σημασία για την ανθρώπινη επικοινωνία, η ισλαμική μαντίλα δημιουργεί διαχωρισμό και «παράλληλες κοινότητες». προκάλεσε σάλο όταν ζήτησε απ’ όσες γυναίκες τον επισκέπτονται στο πολιτικό του γραφείο να αφαιρούν το μαντήλι που σκέπαζε ολόκληρο το πρόσωπό τους αφήνοντας ανοιχτά μόνο τα μάτια (
Oι αντιδράσεις κατά των δηλώσεων του Straw υπήρξαν θυελλώδεις. «Η διαφοροποίηση γίνεται από τον Straw, οι δηλώσεις του οποίου αποδεικνύουν βαθιά έλλειψη κατανόησης» ισχυρίστηκαν οι βρετανικές ισλαμικές οργανώσεις, ενώ ο συντηρητικός αρθρογράφος Oliver Letwin προειδοποίησε ότι θα αποτελούσε ένα επικίνδυνο δόγμα να λες στους ανθρώπους πώς θα ντυθούν.
Σύμφωνα με τον Καθηγητή του Πανεπιστημίου της Νέας Υόρκης Paul Cruickshank το niqab επιλέγουν να το φορούν στη Μεγάλη Βρετανία κυρίως νέες γυναίκες που ανήκουν σε μετριοπαθείς μουσουλμανικές οικογένειες από τη Νότιο Ασία και όχι σε οικογένειες αράβων από τη Μέση Ανατολή. Μάλιστα οι οικογένειές τους, που έχουν ενσωματωθεί στην βρετανική κοινωνία, όχι μόνο δεν τους το επιβάλλουν αλλά πολλές φορές αντιτίθενται. Οι νέες κοπέλες με τον τρόπο αυτό αντιδρούν στην ενσωμάτωση και στην αποδοχή των βρετανικών αξιών από τους γονείς τους. Συνήθως οι κοπέλες αυτές υιοθετούν αυτή την ενδυμασία αφού συνδεθούν με ριζοσπαστικές ισλαμιστικές οργανώσεις.
Ο Jack Straw εξέφρασε απλώς μία επιθυμία του και σε καμία περίπτωση δεν ζήτησε να απαγορευθούν αυτού του είδους οι ενδυμασίες αλλά και άλλες λιγότερο ακραίες όπως απαγορεύονται σε δημόσια κτίρια και εκδηλώσεις στην Γαλλία, σε ορισμένες περιοχές της Γερμανίας και αλλού στην Ευρώπη (πρόσφατα ακόμα και στην Ολλανδία!).
Απαγορεύονται επίσης και στην Τουρκία. Πολλοί ισχυρίζονται όμως ότι και στην Τουρκία τα κορίτσια που θέλουν να φορέσουν μαντίλα τη θεωρούν σύμβολο ελευθερίας και γυναικείας απελευθέρωσης απέναντι σε ένα αυταρχικό κοσμικό κράτος. Όπως δηλώνει μία από αυτές τις νέες γυναίκες: «με την μαντίλα αισθάνομαι μεταξύ των άλλων ελεύθερη από τη μόδα, τα καλλυντικά και τα επιθετικά βλέμματα των ανδρών».
Επέλεξα αυτές τις δύο περιπτώσεις ενδεικτικά γιατί πιστεύω ότι μας δίνουν μία όσο το δυνατόν ευρύτερη εικόνα του προβλήματος: η κλειτοριδεκτομή και η ενδυμασία των γυναικών και γενικότερα η υποτίμησή τους κυρίως από τον ισλαμισμό έρχονται σε αντίθεση με το φιλελεύθερο κράτος δικαίου της Δύσης. Πώς θα πρέπει το κράτος αυτό να αντιμετωπίσει παρόμοια φαινόμενα;
Πολλοί ισχυρίζονται ότι οι μετανάστες που ανήκουν σε άλλους πολιτισμούς, όταν επιλέγουν να κατοικήσουν σε μία δυτική δημοκρατική χώρα, εγκαταλείποντας τις πατρίδες τους, συναινούν σιωπηρά στο κοινωνικό συμβόλαιο των δυτικών δημοκρατιών. Αυτό το κοινωνικό συμβόλαιο περιλαμβάνει την υιοθέτηση ή τουλάχιστον τη μη παραβίαση των αρχών αυτών. Η θέση αυτή έχει μία σειρά αδυναμιών, η σημαντικότερη εκ των οποίων είναι ότι ακόμα και σε ομοιογενείς κοινωνίες οι αρχές αυτές δεν είναι τόσο ξεκάθαρες και η συναίνεση είναι μόνο υποθετική. Για παράδειγμα, πολλοί συντηρητικοί χριστιανοί συμφωνούν με τις αντιλήψεις των μουσουλμάνων για τα δικαιώματα των ομοφυλοφίλων, την άμβλωση και την αντισύλληψη. Επιπλέον, ακόμα και αυτή η υποθετική συναίνεση αλλάζει περιεχόμενο με το πέρασμα του χρόνου και την αλλαγή στην σύνθεση του πληθυσμού και τις αντιλήψεις.
είναι άλλο το ζήτημα της ηθικής και πολιτικής αξιολόγησης των ηθών και των κανόνων κοινωνικής συμπεριφοράς άλλων πολιτισμών και άλλο το πρόβλημα της αντιμετώπισής τους από το νόμο
Ο John Rawls επιχείρησε να δώσει λύση προτείνοντας την έννοια της επάλληλης συναίνεσης (overlapping consensus). Σε κάθε κοινωνία μπορεί να βρεθεί ένα σύνολο αξιών που μπορούν να δεχτούν άνθρωποι με διαφορετικές αντιλήψεις για το αγαθό. Αυτό μπορεί να αποτελέσει τη βάση ενός modus vivendi κοινωνικής συνύπαρξης διαφορετικών ανθρώπων. Όμως στο όραμά του για ένα ουδέτερο φιλελεύθερο κράτος ασκήθηκε ισχυρή κριτική, μεταξύ των άλλων από φιλελεύθερες φεμινίστριες όπως η Susan Moller Okin: Δεν σέβονται όλοι οι πολιτισμοί τα άτομα όσο οι φιλελεύθερες κοινωνίες. Η πολυπολιτισμικότητα έρχεται αναγκαστικά σε σύγκρουση με τον φιλελεύθερο φεμινισμό. Μια κουλτούρα που δεν σέβεται τα δικαιώματα των γυναικών δεν αξίζει να τη σεβόμαστε ούτε να αναγνωρίζουμε συλλογικά δικαιώματα στα μέλη της.
Είναι προφανές ότι δεν υπάρχει εύκολη απάντηση. Θα πρέπει όμως να κάνουμε εδώ μια κρίσιμη διάκριση: είναι άλλο το ζήτημα της ηθικής και πολιτικής αξιολόγησης των ηθών και των κανόνων κοινωνικής συμπεριφοράς άλλων πολιτισμών και άλλο το πρόβλημα της αντιμετώπισής τους από το νόμο. Η ηθική απόρριψη μιας συμπεριφοράς από την κοινωνική πλειονότητα δεν συνεπάγεται και δεν συνδέεται απαραίτητα με την ποινικοποίησή της.
ο καλύτερος οδηγός για το φιλελεύθερο κράτος δικαίου είναι η «αρχή της βλάβης» του John Stuart Mill
Θεωρώ ότι και εδώ ο καλύτερος οδηγός για το φιλελεύθερο κράτος δικαίου είναι η «αρχή της βλάβης» του John Stuart Mill. Βέβαια ήδη από την εποχή του Mill οι αντιρρήσεις ήταν πολλές. Σύμφωνα με τον James Fitzjames Stephen, το κράτος πρέπει να διατηρεί το δικαίωμα να προωθεί το αγαθό και να απαγορεύει συμπεριφορές που προκαλούν και προσβάλουν το δημόσιο αίσθημα. Ο Patrick Devlin την δεκαετία του 1960 θα ενισχύσει το επιχείρημα του Stephen, ισχυριζόμενος ότι η συμπεριφορά που έρχεται σε σύγκρουση με την κυρίαρχη κοινωνική ηθική διασπά τον κοινωνικό ιστό καθώς προσβάλλει την πλειονότητα. Μία τέτοιου είδους συμπεριφορά για τον Devlin αποτελεί προδοσία.
Το παράδοξο είναι ότι αυτές τις συντηρητικές απόψεις έχουν υιοθετήσει σήμερα αρκετοί φιλελεύθεροι οι οποίοι θεωρούν ότι η επικρατούσα πλέον φιλελεύθερη κοινωνική ηθική σε πολλές χώρες της δύσης θα πρέπει να επιβληθεί και σε όσους δεν την ασπάζονται. Υποστηρίζουν ότι η ανοχή ακραίων μορφών συμπεριφοράς υπονομεύει την φιλελεύθερη δημοκρατία η οποία πρέπει να υπερασπίσει τον εαυτό της.
Το φιλελεύθερο κράτος σε καμία περίπτωση δεν θα πρέπει να επιβάλλει στα άτομα το δικό του ηθικό κόσμο
Θεωρώ την αντίληψη αυτή λανθασμένη καθώς το φιλελεύθερο κράτος δικαίου δεν είναι και δεν πρέπει να αντιμετωπίζεται με όρους ουσιαστικής δικαιοσύνης αλλά διαδικαστικής. Πολύ περισσότερο από μία δέσμη αρχών και δικαιωμάτων, το φιλελεύθερο κράτος είναι ένα πλαίσιο εξασφάλισης της ηθικής αυτονομίας. Σύμφωνα με τον Joseph Raz, “τα αυτόνομα άτομα είναι εκείνα που μπορούν να διαμορφώσουν τη ζωή τους και να καθορίσουν την πορεία της – είναι δημιουργοί του δικού τους ηθικού κόσμου.” Το φιλελεύθερο κράτος σε καμία περίπτωση δεν θα πρέπει να επιβάλλει στα άτομα το δικό του ηθικό κόσμο.
Η αρχή της βλάβης του Mill περιχαρακώνει με τον καλύτερο τρόπο την ηθική αυτονομία. Στο επιχείρημα ότι η αρχή της βλάβης είναι ασαφής και στο ότι ο Mill δεν ξεκαθαρίζει εάν η «ακραία προσβολή» (extreme offence) προκαλεί τη βλάβη, ο ίδιος ο Mill απάντησε ξεκάθαρα:
“Πολλοί θεωρούν ότι βλάπτονται από οποιαδήποτε συμπεριφορά δεν τους αρέσει και δυσανασχετούν καθώς προσβάλλει τα αισθήματά τους […] Δεν υπάρχει όμως σύγκριση μεταξύ αυτών που αισθάνεται κάποιος για την άποψή του με την προσβολή που η άποψή του προκαλεί σε κάποιον άλλον. Όπως δεν συγκρίνεται η επιθυμία ενός κλέφτη να κλέψει μια τσάντα με την επιθυμία του ιδιοκτήτη της τσάντας να την κρατήσει.” (On Liberty 1859: 6.12)
Πολλοί, μεταξύ των άλλων κι εγώ, ερμηνεύουμε την αρχή της βλάβης ως το θεμέλιο λίθο του δικαιώματος ιδιοκτησίας του εαυτού μας (self-ownership): το άτομο πρέπει να έχει τον απόλυτο έλεγχο του σώματός του. Κανείς δεν δικαιούται να του απαγορεύσει να ελέγχει και να ορίζει το σώμα του. Κανείς δεν έχει δικαίωμα να το εμποδίσει να επιλέγει τον τρόπο ζωής του, ακόμα κι αν οι επιλογές του προσβάλλουν την κοινωνική (έστω φιλελεύθερη) ηθική.
Κανείς δεν δικαιούται να του απαγορεύσει να ελέγχει και να ορίζει το σώμα του. Κανείς δεν έχει δικαίωμα να το εμποδίσει να επιλέγει τον τρόπο ζωής του, ακόμα κι αν οι επιλογές του προσβάλλουν την κοινωνική (έστω φιλελεύθερη) ηθική
Σ’ αυτό το δικαίωμα μπορούμε να θεμελιώσουμε ένα αντίστοιχο δικαίωμα στο μη-φιλελεύθερο τρόπο ζωής. Το δικαίωμα αυτό δεν βασίζεται σε έναν πολιτιστικό σχετικισμό αλλά στο ακριβώς αντίθετό του: στην βεβαιότητα για την ηθική υπεροχή του φιλελευθερισμού έναντι όλων των άλλων ανταγωνιστικών αντιλήψεων περί αγαθού και οργάνωσης της κοινωνίας. Όχι μόνο όμως ο φιλελευθερισμός υπερέχει ηθικά έναντι των ανταγωνιστικών αντιλήψεων, αλλά αποτελεί και το «τελικό στάδιο της ανθρώπινης ιδεολογικής εξέλιξης» (Fukuyama). Η βεβαιότητα αυτή στηρίζεται στη θεωρία της ορθολογικής επιλογής, σύμφωνα με την οποία οι άνθρωποι δρουν καταρχήν ορθολογικά, δηλαδή επιχειρούν να επιτύχουν με περιορισμένα μέσα την καλύτερη δυνατή ικανοποίηση των επιθυμιών τους. Δεδομένων των επιθυμιών τους, τα άτομα θα κάνουν ό,τι χρειάζεται για να επιτύχουν τους στόχους τους με τον πλέον αποτελεσματικό τρόπο, όπως τα ίδια τον αντιλαμβάνονται. Καθώς, σύμφωνα με τη θεωρία αυτή, τα άτομα γνωρίζουν καλύτερα από κάθε άλλον το συμφέρον τους, ακόμα και όταν δεν φέρονται απόλυτα ορθολογικά, ακόμα και τότε μόνο τα ίδια τα άτομα έχουν την απαραίτητη πληροφόρηση για να κάνουν τις σωστές επιλογές και να πραγματώσουν τους στόχους τους.
Καθώς η ορθολογικότητα είναι εξελικτική, ο νομικός πατερναλισμός και ο νομικός ηθικισμός απορρίπτονται καθώς δεν επιτρέπουν στον άνθρωπο να μάθει από τα λάθη του και να βελτιώσει τη συμπεριφορά του. Σύμφωνα πάντα με τη θεωρία αυτή, το άτομο όταν έχει τη δυνατότητα να επιλέξει θα καταλήξει αργά ή γρήγορα στην ελευθερία και την ευημερία. Ακόμα κι όταν οι προτιμήσεις του περιορίζονται από τη διαδικασία κοινωνικοποίησής του αργά ή γρήγορα θα μετατραπούν σε «ορθολογικές επιθυμίες». Όμως αυτό θα είναι πολλές φορές το αποτέλεσμα μίας μακροχρόνιας εξελικτικής διαδικασίας απαξίωσης των κανόνων κοινωνικής συμπεριφοράς που το δεσμεύουν. Στη Δύση χρειάστηκαν πολλοί αιώνες. Γιατί είμαστε τόσο βιαστικοί με όσους δεν έχουν μάθει ποτέ να επιλέγουν;
Καθώς η ορθολογικότητα είναι εξελικτική, ο νομικός πατερναλισμός και ο νομικός ηθικισμός απορρίπτονται καθώς δεν επιτρέπουν στον άνθρωπο να μάθει από τα λάθη του και να βελτιώσει τη συμπεριφορά του
Επανερχόμενος στα παραδείγματα που συζήτησα παραπάνω, το δικαίωμα στον μη-φιλελεύθερο τρόπο ζωής περιλαμβάνει και προστατεύει τις περισσότερες συμπεριφορές εφόσον αυτές δεν βλάπτουν ευθέως τρίτα άτομα, όπως στην περίπτωση της κλειτοριδεκτομής σε ένα ανήλικο κορίτσι ή της οικογενειακής βίας, ιδίως κατά των παιδιών.
Όμως μια γυναίκα θα πρέπει να διατηρεί το δικαίωμα να συμμετέχει εθελοντικά σε κλειτοριδεκτομή ή να αποδέχεται τη βία του άντρα της εφόσον είναι ενήλικη και η απόφασή της αυτή βασίζεται στα θρησκευτικά της πιστεύω και όχι στον σωματικό ή ψυχολογικό καταναγκασμό.
Οποιαδήποτε ρύθμιση της ενδυμασίας από το κράτος θα πρέπει να δικαιολογείται επαρκώς από το τελευταίο (που θα έχει το βάρος της απόδειξης) και να είναι πολιτισμικά ουδέτερη. Για παράδειγμα, είναι λογικό το κράτος να απαιτήσει από μία νηπιαγωγό να μην φορά μπούρκα όταν διδάσκει αλλά δεν θα πρέπει να της απαγορεύει την μαντίλα. Βέβαια τα όρια δεν είναι τόσο ξεκάθαρα. Στο Πανεπιστήμιο του York απολύθηκε μια βοηθός καθηγητή όταν αρνήθηκε να αφαιρέσει το niqab κατά τη διάρκεια της συνεργασίας της με τον καθηγητή. Το επιχείρημα του καθηγητή της ήταν ότι η ενδυμασία της εμπόδιζε την συνεργασία τους. Δεν γνωρίζω αν ο ίδιος καθηγητής θα απέλυε τη βοηθό του αν εμπόδιζε τη συνεργασία τους μία τολμηρή ενδυμασία. Είναι νομίζω φανερό ότι τα ζητήματα αυτά δεν μπορούν να λυθούν με κανόνες δικαίου που θα μετρούν το ύψος μιας φούστας ή το άνοιγμα του niqab.
Ακόμα και οι ακραίες απόψεις θα πρέπει να προστατευθούν εφόσον αποτελούν έκφραση γνώμης και όχι ηθική αυτουργία σε έγκλημα
Φυσικά το δικαίωμα αυτό θα πρέπει να καλύπτει όλες τις περιπτώσεις που έχουν να κάνουν με την ελευθερία της έκφρασης και ιδιαίτερα με την ελευθερία του λόγου. Έτσι, η διατύπωση λόγου μίσους ή λόγου που προσβάλει τις μειονότητες, τις γυναίκες ή οποιονδήποτε άλλον θα πρέπει να προστατεύεται. Ακόμα και οι ακραίες απόψεις θα πρέπει να προστατευθούν εφόσον αποτελούν έκφραση γνώμης και όχι ηθική αυτουργία σε έγκλημα.
Υπάρχει όμως ένα ακόμα κρίσιμο ερώτημα: θα πρέπει να επιτρέψουμε στα άτομα να κάνουν διακρίσεις στις ιδιωτικές τους σχέσεις και συναλλαγές;
Στις Η.Π.Α. η εταιρία Federal Express απαγόρευσε στους υπαλλήλους της που έρχονται σε επαφή με πελάτες να φορούν έντονα θρησκευτικά σύμβολα όπως τουρμπάνια ενώ ένα εστιατόριο απέλυσε έναν Σιχ υπάλληλό του που αρνούνταν να ξυριστεί. Όμως αυτή η ιδιωτική διάκριση μπορεί να προέλθει και από μία μειονότητα: ορισμένοι Σομαλοί ταξιτζήδες στο αεροδρόμιο της Μιννεάπολης αρνούνται να μεταφέρουν πελάτες που έχουν μαζί τους αλκοόλ γιατί το θεωρούν αντίθετο με τη θρησκεία τους. Το ενδιαφέρον εδώ είναι ότι στο αεροδρόμιο του Μογκαντίσου κανένας ταξιτζής δεν κάνει το ίδιο. Οι ταξιτζήδες στο αεροδρόμιο της Μιν-νεάπολης υπακούουν σε φετφά της Αμερικάνικης Μουσουλμανικής Ένωσης.
Δεν μπορεί το φιλελεύθερο κράτος να επιβάλλει τη σύμβαση ανάμεσα σε δύο άτομα όταν δεν το επιθυμούν και τα δύο ή να ορίσει αυτό τους όρους της σύμβασης με βάση όχι τις προτιμήσεις και το συμφέρον των ατόμων, αλλά με τρόπο αυθαίρετο, ανεξάρτητα εάν επιβάλλει φιλελεύθερες αξίες, όπως η ανοχή
Θεωρώ ότι εφόσον μια πολιτική διακρίσεων, ανεξάρτητα εάν θα την χαρακτηρίζαμε ρατσιστική ή όχι, δεν προέρχεται από το κράτος αλλά από τα άτομα δεν θα πρέπει να απαγορεύεται. Για παράδειγμα, στην περίπτωση των ταξί, το κρίσιμο στοιχείο είναι το εάν η αγορά των ταξί είναι ελεύθερη ή όχι. Στην Ελλάδα που το επάγγελμα είναι κλειστό και δεν υπάρχει ουσιαστικός ανταγωνισμός εφόσον οι πελάτες δεν έχουν επιλογές, η διάκριση θα πρέπει να απαγορεύεται καθώς τα ταξί ασκούν εμμέσως δημόσια εξουσία. Αντίθετα, σε ένα σύστημα όπου η ρύθμιση είναι ελάχιστη και η αγορά ανταγωνιστική δεν θα πρέπει το φιλελεύθερο κράτος να υποχρεώνει τα άτομα να συμπεριφέρονται με τον πολιτικά ορθό τρόπο, να συμπεριφέρονται δηλαδή φιλελεύθερα, όταν δεν βλάπτουν τους άλλους άμεσα με τις πράξεις τους. Δεν μπορεί το φιλελεύθερο κράτος να επιβάλλει τη σύμβαση ανάμεσα σε δύο άτομα όταν δεν το επιθυμούν και τα δύο ή να ορίσει αυτό τους όρους της σύμβασης με βάση όχι τις προτιμήσεις και το συμφέρον των ατόμων, αλλά με τρόπο αυθαίρετο, ανεξάρτητα εάν επιβάλλει φιλελεύθερες αξίες, όπως η ανοχή.
Η σύγκρουση των πολιτισμών δεν αποτελεί πρόβλημα παρά μόνο εάν εμείς το αντιμετωπίσουμε ως τέτοιο. Αποτελεί δηλαδή ένα είδος αυτοεκπληρούμενης προφητείας. Παρά το γεγονός πως ανήκω σ’ αυτούς που θεωρούν ότι το μοντέλο της φιλελεύθερης δημοκρατίας είναι όχι μόνο το ανώτερο στάδιο της ανθρώπινης θεσμικής εξέλιξης, αλλά κατά πάσα πιθανότητα και το τελικό, πιστεύω επίσης πως η έμφαση θα πρέπει να δοθεί στη λέξη εξέλιξη. Όμως, όπως η εξέλιξη αυτή δεν μπορεί να επιταχυνθεί με τη βία που απαιτεί η εισβολή σε ένα κράτος, έτσι είναι λάθος να επιβάλλεται ακόμα και στους πολίτες ενός φιλελεύθερου κράτους με τη βία που διαθέτει το κράτος αυτό.
Θα τελειώσω με ένα παράδειγμα που αποτελεί για μένα το θεσμικό αποκορύφωμα αυτής της αντίληψης. Το 1977 τα μέλη του Αμερικάνικου Ναζιστικού Κόμματος αποφάσισαν να παρελάσουν στο προάστιο Skokie του Σικάγο. Στο Skokie την εποχή εκείνη κατοικούσε μεγάλος αριθμός Εβραίων, οι περισσότεροι εκ των οποίων είχαν επιβιώσει από στρατόπεδα συγκέντρωσης και είχαν χάσει πολλά ή και όλα τα μέλη της οικογένειάς τους. Οι νεοναζί επέλεξαν να παρελάσουν στο Skokie την ημέρα μνήμης του ολοκαυτώματος. Ο δήμος του Skokie δεν έδωσε την άδεια για την πορεία και η υπόθεση έφτασε στα δικαστήρια. Την υπεράσπιση του δικαιώματος των νεοναζί να παρελάσουν στο Skokie ανέλαβε η περίφημη American Civil Liberties Union, τα περισσότερα υψηλόβαθμα στελέχη της οποίας ήταν εβραϊκής καταγωγής. Η ACLU έχασε μέσα σε μία ημέρα 30.000 μέλη, αλλά κέρδισε την υπόθεση στο Ανώτατο Δικαστήριο των Η.Π.Α. Οι νεοναζί δεν επιχείρησαν ξανά να παρελάσουν στο Skokie.
—————————————————————————
Το κείμενο αυτό βασίζεται σε δύο διαλέξεις με το ίδιο θέμα (που οργάνωσαν η Youth Society for the United Nations-Greece και το ALBA Graduate School of Business). Το πλήρες κείμενο θα δημοσιευτεί στο περιοδικό Δικαιώματα του Ανθρώπου. Τα σχόλια ευπρόσδεκτα στην ηλεκτρονική διεύθυνση: ahatzis@phs.uoa.gr
Δημοσιεύτηκε στο φιλοσοφικό περιοδικό Cogito (τεύχος 6, Μάιος 2007).
  1. Ο Αριστείδης Χατζής είναι Επίκουρος Καθηγητής Φιλοσοφίας Δικαίου & Θεωρίας Θεσμών στο Τμήμα Μεθοδολογίας, Ιστορίας & Θεωρίας της Επιστήμης του Πανεπιστημίου Αθηνών.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Related Posts Plugin for WordPress, Blogger...