Τρίτη, 10 Μαΐου 2011

Κριτήριο αξιολόγησης Λογοτεχνίας κατεύθυνσης: Τα Αντικλείδια


Γιώργης Παυλόπουλος
Τα Αντικλείδια
Η Ποίηση είναι μια πόρτα ανοιχτή.
Πολλοί κοιτάζουν μέσα χωρίς να βλέπουν
τίποτα και προσπερνούνε. Όμως μερικοί
κάτι βλέπουν, το μάτι τους αρπάζει κάτι
και μαγεμένοι πηγαίνουνε να μπουν.
Η πόρτα τότε κλείνει. Χτυπάνε μα κανείς
δεν τους ανοίγει. Ψάχνουνε για το κλειδί.
Κανείς δεν ξέρει ποιός το έχει. Ακόμη
και τη ζωή τους κάποτε χαλάνε μάταια
γυρεύοντας το μυστικό να την ανοίξουν.
Φτιάχνουν αντικλείδια. Προσπαθούν.
Η πόρτα δεν ανοίγει πια. Δεν άνοιξε
ποτέ για όσους μπόρεσαν να ιδούν στο βάθος.
Ίσως τα ποιήματα πού γράφτηκαν
από τότε πού υπάρχει ό κόσμος
είναι μια ατέλειωτη αρμαθιά αντικλείδια
για ν' ανοίξουμε την πόρτα της Ποίησης.
Μα η Ποίηση είναι μια πόρτα ανοιχτή.
(Τα Άντικλείδια,1988)
Ερωτήσεις
1.     ″Εμφανής στην ποίηση του Παυλόπουλου είναι ένας αγωνιώδης προβληματισμός για την ποίηση και την ποιητική - κυρίως στις συλλογές - και τα ποιήματα ποιητικής αφθονούν″ (Περιοδικό Οροπέδιο). Πώς επαληθεύεται η θέση αυτή στο ποίημα ″Τα αντικλείδια″;
ΜΟΝΑΔΕΣ 20
2.     Ποια στοιχεία της αφήγησης διακρίνετε στο ποίημα και ποιο είναι το πρόσωπο που ″αφηγείται″;
ΜΟΝΑΔΕΣ 15
3.   Σε μια συνέντευξή του ο Παυλόπουλος δήλωνε : ″Δεν ξέρω αν οι αναγνώστες μπορούν να λυτρωθούν, αλλά μπορούν να συγκινηθούν και να μαγευτούν και να προσεγγίσουν μια Αλήθεια μέσα από έναν ποιητή. Οι ποιητές είναι δυστυχισμένα πλάσματα που παλεύουν μέρα νύχτα να εκφράσουν το ανέκφραστο και το πιο δύσκολο″. Σε ποια σημεία του ποιήματος αποδεικνύεται η άποψη αυτή του ποιητή;
ΜΟΝΑΔΕΣ 25
4.     Ποιοί είναι κατά την άποψή σας οι πολλοί που προσπερνάνε και ποιοί οι μερικοί που το μάτι τους κάτι αρπάζει (στ.2-3);
                                         ΜΟΝΑΔΕΣ 15
5.     Ποιές είναι οι θεματικές διαφορές και ομοιότητες των ποιημάτων ″Το πρώτο σκαλί″ και ″Τα αντικλείδια″;
ΜΟΝΑΔΕΣ 25
Κ.Π. Καβάφης, Το πρώτο σκαλί
Εις τον Θεόκριτο παραπονιούνταν
μια μέρα ο νέος ποιητής Ευμένης.
«Τώρα δυό χρόνια πέρασαν που γράφω
κ' ένα ειδύλλιο έκαμα μονάχα.
Το μόνον άρτιόν μου έργο είναι.
Αλλοίμονον, είν' υψηλή το βλέπω,
πολύ υψηλή της Ποίησεως η σκάλα
και απ' το σκαλί το πρώτο εδώ που είμαι
ποτέ δεν θ' ανεβώ ο δυστυχισμένος».
Ειπ' ο Θεόκριτος. «Αυτά τα λόγια
ανάρμοστα και βλασφημίες είναι.
Κι αν είσαι στο σκαλί το πρώτο, πρέπει
να ‘σαι υπερήφανος κ' ευτυχισμένος.
Εδώ που έφθασες, λίγο δεν είναι.
τόσο που έκαμες, μεγάλη δόξα.
Κι αυτό ακόμη το σκαλί το πρώτο
πολύ από τον κοινό τον κόσμο απέχει.
Εις το σκαλί για να πατήσεις τούτο
πρέπει με το δικαίωμά σου να ‘σαι
πολίτης εις των ιδεών την πόλι.
Και δύσκολο στην πόλι εκείνην είναι
και σπάνιο να σε πολιτογραφήσουν.
Στην αγορά της βρίσκεις Νομοθέτας
που δεν γελά κανένας τυχοδιώκτης.
Εδώ που έφθασες, λίγο δεν είναι.
τόσο που έκαμες, μεγάλη δόξα».
Κ. Π. Καβάφης, Το πρώτο σκαλί

ΑΠΑΝΤΗΣΕΙΣ
1. Το ποίημα Τα αντικλείδια είναι ένας ποιητικός μύθος, μια αλληγορική αφήγηση, με θέμα την υφή, την ουσία της Ποίησης, τους ποιητές και τα ποιήματα-το μαγικό και απρόσιτο κόσμο της Ποίησης. Εμφανίζει την Ποίηση σαν μια πόρτα ανοιχτή. Κάποιοι, και αυτοί είναι οι περισσότεροι, την προσπερνούν, γιατί με μια ματιά που ρίχνουν δε βλέπουν τίποτα ενδιαφέρον γι’ αυτούς. Κάποιοι άλλοι όμως –και αυτοί είναι ποιητές- βλέπουν κάτι μαγικό, που τους μαγνητίζει και προσπαθούν να μπουν από την πόρτα, για να το δουν καλύτερα ή για να το πάρουν. Όμως η πόρτα κλείνει. Και αυτοί αρχίζουν τις προσπάθειες να την ανοίξουν φτιάχνοντας αντικλείδια (ποιήματα). Όμως την πόρτα της Ποίησης κανένα αντικλείδι-ποίημα δεν μπόρεσε ως τώρα να την ανοίξει. Και συνεχίζονται να γράφονται ποιήματα στο παρόν, όπως γράφονταν στο παρελθόν και όπως θα γράφονται στο μέλλον. όμως η Ποίηση στην ουσία της θα παραμένει απροσπέλαστη, ένα άπιαστο είδωλο. Ωστόσο, πάντα η πόρτα της θα είναι ανοιχτή για όποιον θέλει να δει τι κρύβεται πίσω από αυτήν. Έτσι, συνεχίζεται αιώνες τώρα η απόπειρα να παραβιαστεί μια φαινομενικά ανοιχτή πόρτα.

 2. Το πρόσωπο που αφηγείται τον ποιητικό μύθο για την Ποίηση δεν είναι ο ποιητής, γιατί αυτός γνωρίζει μόνο τη δική του απόπειρα να παραβιάσει την πόρτα της Ποίησης και μπορεί να εκτιμήσει το αποτέλεσμα μόνο των δικών του προσπαθειών. Ο ποιητής θα μπορούσε να περιγράψει μόνο την προσωπική του εμπειρία στο χώρο της Ποίησης. και επειδή θα ήταν φορέας μιας μεμονωμένης εμπειρίας, ο λόγος του δε θα είχε κύρος καθολικό. Γι’ αυτό επιλέγεται ένας αφηγητής που δείχνει να γνωρίζει τα πάντα σχετικά με τις άπειρες προσπάθειες άπειρων ποιητών σ’ όλο τον κόσμο από τότε που υπάρχει ο κόσμος. Το γεγονός ότι ο αφηγητής έχει αυτή τη συνολική εποπτεία τόσο του χώρου όσο και του χρόνου, του δίνει το δικαίωμα να μιλάει σαν αντικειμενικός έξωθεν παρατηρητής και σαν «παντογνώστης αφηγητής», του οποίου ωστόσο η τριτοπρόσωπη αφήγηση γίνεται σε ένα σημείο πρωτοπρόσωπη, για να ενταχθεί και ο ίδιος στη χορεία των ποιητών. Ωστόσο υπάρχει και η άποψη ότι ο αφηγητής είναι το προσωπείο του ποιητή.

3. Διαφορετικό είναι αυτό που μπορεί να δει ο καθένας και να αποτελέσει ερέθισμα που θα τον ωθήσει να μπει στην ανοιχτή πόρτα. Και αυτό γιατί οι ποιητές μαγεύονται ο καθένας από διαφορετικά πράγματα και με διαφορετικό τρόπο αντιλαμβάνονται την Ποίηση: άλλοι αναζητούν τη χαρά της ζωής, άλλοι την ομορφιά της, άλλοι την ευτυχία, τα πνευματικά αγαθά, το όνειρο, την ελπίδα, την ελευθερία, τη λύτρωση, τη μεταρσίωση. Για άλλους η Ποίηση είναι καταφύγιο για άλλους φυγή από την πραγματικότητα, για άλλους παρηγοριά για το θάνατο, για άλλους το μέσο της επικοινωνίας με το Θεό κ.α.
Οι πρώτες και εύκολες απόπειρες δε φέρνουν αποτέλεσμα και η ελπίδα αναζητείται όχι έξω από τον άνθρωπο αλλά μέσα σ’ αυτόν. Γι’ αυτό αρχίζει από αυτούς τους λίγους ένας εσωτερικός αγώνας, ένας αγώνας δημιουργικός, δύσκολος, που απαιτεί μόχθο και κατάθεση ψυχής, πολλές φορές κατάθεση μιας ολόκληρης ζωής, για να βρουν το κλειδί της πόρτας ή ένα μυστικό τρόπο και να ανοίξουν την πόρτα. Αυτή μάλιστα η αναζήτηση παίρνει μερικές φορές δραματικές διαστάσεις, αφού ακόμη και τη ζωή τους κάποτε χαλάνε μάταια γυρεύοντας το μυστικό να την ανοίξουν (το δράμα είναι κυρίως η ματαιοπονία: μάταια). Όμως δε βρίσκουν τίποτε και κατασκευάζουν οι ίδιοι αντικλείδια (= συνθέτουν ποιήματα), με τα οποία προσπαθούν να ανοίξουν την πόρτα και να διεισδύσουν στο χώρο της Ποίησης. Αλλά και αυτές οι προσπάθειες είναι άκαρπες: η πόρτα μπορεί να ανοίξει μόνο με το κανονικό, με το ένα και μοναδικό –και άφαντο- κλειδί της, που δεν είναι δυνατό να το αντικαταστήσει κανένα αντικλείδι. Και αφού δεν έχει βρεθεί το κλειδί (και δε θα βρεθεί ποτέ), αυτή δεν άνοιξε ποτέ. Ωστόσο, όσοι μπόρεσαν να ιδούν στο βάθος συνεχίζουν ακόμη να κάνουν αντικλείδια. Και αυτά είναι πολλά –πολλές είναι οι απόπειρες για το άνοιγμα της πόρτας.

4. Οι πολλοί και οι λίγοι
Το παιχνίδι ανάμεσα στις συνώνυμες (αλλά όχι ταυτόσημες) λέξεις κοιτάζω (=στρέφω το βλέμμα μου κάπου αδιάφορα) και βλέπω (=αντιλαμβάνομαι κάτι συνειδητά μέσο της όρασης και σχηματίζω αντίστοιχες παραστάσεις) χωρίζει τους ανθρώπους σε δύο κατηγορίες: α) σ’ αυτούς που στρέφουν το βλέμμα τους και ρίχνουν μια επιπόλαιη και αδιάφορη ματιά στο χώρο μέσα από τη πόρτα, στο χώρο της Ποίησης, δεν αντιλαμβάνονται τίποτα και απομακρύνονται, και β) σε όσους διακρίνουν και αντιλαμβάνονται κάτι, που προσελκύει το βλέμμα τους, θέλγονται από αυτό και τους δημιουργείται η επιθυμία να περάσουν από την ανοιχτή πόρτα και να κατακτήσουν το χώρο της Ποίησης. Οι πρώτοι είναι οι πολλοί, το πλήθος, ενώ στη δεύτερη κατηγορία ανήκουν μερικοί ευαίσθητοι (είναι οι λίγοι, εννοείται: και εκλεκτοί). Ο μύθος προσπερνάει την πρώτη κατηγορία και περιορίζεται στη δεύτερη: η επόμενη κίνηση αυτών των ανθρώπων είναι να επιχειρήσουν να μπουν στο μαγικό χώρο που τους έχει μαγνητίσει και τους προσελκύει, να τον ανιχνεύσουν, να δουν καλύτερα ή να πάρουν αυτό που τους γοήτευσε.
Ύστερα από τα παραπάνω γίνεται φανερό ότι η Ποίηση δεν είναι η πόρτα αλλά αυτό που υπάρχει μέσα από τη πόρτα, στο βάθος.
(οι απαντήσεις στηρίχθηκαν στο βιβλίο «Νεοελληνική Λογοτεχνία» του Π. Εμμανουηλίδη εκδόσεις «Μεταίχμιο» )

5. Το ποίημα του Καβάφη, όπως και αυτό του Παυλόπουλου ανήκουν στα ποιήματα της «ποιητικής», γιατί το πρώτο αναφέρεται στη προσπάθεια κατάκτησης της ποιητικής δημιουργίας ενώ το δεύτερο, προσπαθώντας να δώσει έναν ορισμό της ποιήσης, οδηγεί ακριβώς στο ίδιο θέμα της ποιητικής απόπειρας.
Οι θεματικές ομοιότητες των δύο ποιημάτων είναι:
·      πως και τα δύο ποιήματα αποτελούν μία απόπειρα κατάκτησης του χώρου της ποίησης, άρα και της ποιητικής δημιουργίας
επίσης εν γένει, παρουσιάζεται το δύσκολο έργο της προσέγγισης της ποίησης ως σύνολο, καθώς στον Παυλόπουλο η «πόρτα της κλείνει» ενώ για τον Ευμένη φαντάζει άπιαστο όνειρο ν’ ανεβεί στην σκάλα της ποίησης.
·      δηλώνεται με τον ίδιο τρόπο και στα δύο ποιήματα το σημαντικό έργο της, έστω και μικρής, ποιητικής δημιουργίας γιατί στον Παυλόπουλο παρομοιάζεται με αντικλείδια ενώ για τον Καβάφη θεωρείται κατόρθωμα το να πατήσει κάποιος στη σκάλα της ποίησης.
Οι θεματικές διαφορές τους είναι:
·      στο μεν ποίημα του Παυλόπουλου η ποίηση προετοιμάζεται με πόρτα ανοιχτή η οποία κλείνει όταν οι ποιητές προσπαθούν να την ανοίξουν, ενώ στο ποίημα του Καβάφη η ποίηση είναι μια πολιτεία που χρειάζεται κόπο για να την κατακτήσει κάποιος.
·      στον Καβάφη η προσπάθεια της δημιουργίας προετοιμάζεται με το ανέβασμα μιας σκάλας, σκαλί το σκαλί που το καθένα συμβολίζει και ένα ποίημα, ενώ στον Παυλόπουλο η προσπάθεια αυτή παρομοιάζεται με ένα αντικλείδι που προσπαθεί ν’ ανοίξει την πόρτα της ποίησης.         

ΕΠΙΜΕΛΕΙΑ: ΨΑΡΡΑΣ Γ. -ΣΚΟΠΕΛΙΤΟΥ Ε. ΣΤΕΡΓΙΟΥΛΗ Ε.
ΦΡΟΝΤΙΣΤΗΡΙΑΚΟΣ ΟΡΓΑΝΙΣΜΟΣ «ΟΜΙΛΟΣ»

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Related Posts Plugin for WordPress, Blogger...