Τρίτη, 3 Μαΐου 2011

Κριτήριο αξιολόγησης Λογοτεχνίας κατεύθυνσης: Όνειρο στο κύμα (πρόλογος και επίλογος) - παράλληλο


ΛΟΓΟΤΕΧΝΙΑ ΘΕΩΡΗΤΙΚΗΣ ΚΑΤΕΥΘΥΝΣΗΣ Γ΄ ΛΥΚΕΙΟΥ
Α. ΚΕΙΜΕΝΟ
«Ήμην πτωχόν βοσκόπουλον εις τα όρη. Δεκαοκτώ ετών, και δεν ήξευρα ακόμη άλφα. Χωρίς να το ηξεύρω, ήμην ευτυχής. Την τελευταίαν φοράν οπού εγεύθην την ευτυχίαν ήτον το θέρος εκείνο του έτους 187... Ήμην ωραίος έφηβος, κ' έβλεπα το πρωίμως στρυφνόν, ηλιοκαές πρόσωπον μου να γυαλίζεται εις τα ρυάκια και τας βρύσεις, κ' εγύμναζα το ευλύγιστον, υψηλόν ανάστημα μου ανά τους βράχους και τα βουνά.
Τον χειμώνα που ήρχισ' ευθύς κατόπιν μ' επήρε πλησίον του ο γηραιός πάτερ Σισώης, ή Σισώνης, καθώς τον ωνόμαζον οι χωρικοί μας, και μ' έμαθε γράμματα. Ήτον πρώην διδάσκαλος, και μέχρι τέλους τον προσηγόρευον όλοι εις την κλητικήν “δάσκαλε”. Εις τους χρόνους της Επαναστάσεως ήτον μοναχός και διάκονος. Είτα ηγάπησε μίαν Τουρκοπούλαν, καθώς έλεγαν, την έκλεψεν, από ένα χαρέμι της Σμύρνης, την εβάπτισε και την ενυμφεύθη.
Ευθύς μετά την αποκατάστασιν των πραγμάτων, επί Καποδίστρια κυβερνήτου, εδίδασκεν εις διάφορα σχολεία ανά την Ελλάδα, και είχεν ου μικράν φήμην, υπό το όνομα “ο Σωτηράκης ο δάσκαλος”. Αργότερα αφού εξησφάλισε την οικογένειάν του, ενθυμήθη την παλαιάν υποχρέωσιν του, εφόρεσε και πάλιν τα ράσα, ως απλούς μοναχός την φοράν ταύτην, κωλυόμενος να ιερατεύη κ' εγκατεβίωσεν εν μετανοία, εις το Κοινόβιον του Ευαγγελισμού. Εκεί έκλαυσε το αμάρτημά του, το έχον γενναίαν αγαθοεργίαν ως εξόχως ελαφρυντικήν περίστασιν, και λέγουν ότι εσώθη.
Αφού έμαθα τα πρώτα γράμματα πλησίον του γηραιού Σισώη, εστάλην ως υπότροφος της Μονής είς τινα κατ' επαρχίαν ιερατικήν σχολήν, όπου κατετάχθην αμέσως εις την ανωτέραν τάξιν, είτα εις την εν Αθήναις Ριζάρειον. Τέλος, αρχίσας τας σπουδάς μου σχεδόν εικοσαετής, εξήλθα τριακοντούτης από το Πανεπιστήμιον· εξήλθα δικηγόρος με δίπλωμα προλύτου...
Μεγάλην προκοπήν, εννοείται, δεν έκαμα. Σήμερον εξακολουθώ να εργάζωμαι ως βοηθός ακόμη εις το γραφείον επιφανούς τινος δικηγόρου και πολιτευτού εν Αθήναις, τον οποίον μισώ, αγνοώ εκ ποίας σκοτεινής αφορμής, αλλά πιθανώς επειδή τον έχω ως προστάτην και ευεργέτην. Και είμαι περιωρισμένος και ανεπιτήδειος, ουδέ δύναμαι να ωφεληθώ από την θέσιν την οποίαν κατέχω πλησίον του δικηγόρου μου, θέσιν οιονεί αυλικού.
Καθώς ο σκύλος, ο δεμένος με πολύ σχοινίον εις την αυλήν του αυθέντου του, δεν ημπορεί να γαυγίζη ούτε να δαγκάση έξω από την ακτίνα και το τόξον τα οποία διαγράφει το κοντόν σχοινίον, παρομοίως κ' εγώ δεν δύναμαι ούτε να είπω, ούτε να πράξω τίποτε περισσότερον παρ όσον μου επιτρέπει η στενή δικαιοδοσία, την οποίαν έχω εις το γραφείον του προϊσταμένου μου.
* * *
Η Μοσχούλα έζησε, δεν απέθανε. Σπανίως την είδα έκτοτε, και δεν ηξεύρω τί γίνεται τώρα, οπότε είναι απλή θυγάτηρ της Εύας, όπως όλαι.
Αλλ' εγώ επλήρωσα τα λύτρα διά την ζωήν της. Η ταλαίπωρος μικρή μου κατσίκα, την οποίαν είχα λησμονήσει προς χάριν της, πράγματι “εσχοινιάσθη”· περιεπλάκη κακά εις το σχοινίον, με το οποίον την είχα δεμένη, και επνίγη!... Μετρίως ελυπήθην, και την έκαμα θυσίαν προς χάριν της.
Κ' εγώ έμαθα γράμματα, εξ ευνοίας και ελέους των καλογήρων, κ' έγινα δικηγόρος... Αφού επέρασα από δύο ιερατικάς σχολάς, ήτον επόμενον!
Τάχα η μοναδική εκείνη περίστασις, η ονειρώδης εκείνη ανάμνησις της λουομένης κόρης, μ έκαμε να μη γίνω κληρικός; Φευ! ακριβώς η ανάμνησις εκείνη έπρεπε να με κάμη να γίνω μοναχός.
Ορθώς έλεγεν ο γηραιός Σισώης ότι “αν ήθελαν να με κάνουν καλόγερον, δεν έπρεπε να με στείλουν έξω από το μοναστήρι...”. Διά την σωτηρίαν της ψυχής μου ήρκουν τα ολίγα εκείνα κολλυβογράμματα, τα όποια αυτός με είχε διδάξει, και μάλιστα ήσαν και πολλά!...
Και τώρα, όταν ενθυμούμαι το κοντόν εκείνο σχοινίον, από το όποιον εσχοινιάσθη κ' επνίγη η Μοσχούλα, η κατσίκα μου, και αναλογίζωμαι το άλλο σχοινίον της παραβολής, με το οποιον είναι δεμένος ο σκύλος εις την αυλήν του αφέντη του, διαπορώ μέσα μου αν τα δύο δεν είχαν μεγάλην συγγένειαν, και αν δεν ήσαν ως “σχοίνισμα κληρονομίας” δι' εμέ, όπως η Γραφή λέγει.
Ω ας ήμην ακόμη βοσκός εις τα όρη!..."
(Διά την αντιγραφήν)  
Α. ΠΑΠΑ∆ΙΑΜΑΝΤΗΣ
 ΕΡΩΤΗΣΕΙΣ
1. Πώς λειτουργεί στο κείμενο η εγκιβωτισμένη αφήγηση που αναφέρεται στον Πάτερ - Σισώη;
Μονάδες 15
2. Ο Παπαδιαμάντης αποποιείται την πατρότητα του κειμένου.
α. Από ποια στοιχεία στα αποσπάσματα διαφαίνεται η διάθεσή του αυτή;
Μονάδες 10
β. Ποια στοιχεία συνηγορούν ώστε το κείμενο να αποδίδεται σ' αυτόν;
Μονάδες 10
3. Ποιος ο ρόλος της αίγας - Μοσχούλας στο διήγημα; Τι συμβολίζει το σχοίνισμά της;
Μονάδες 20
4. Σχολιάστε τη φράση «Ώ! ας ήμην ακόμη βοσκός εις τά όρη!». Πώς συνδέεται με την αρχή του διηγήματος: «Χωρίς να το ηξεύρω, ήμην ευτυχής»;
Μονάδες 20
5.   Στ. Μυριβήλη: «Η δασκάλα με τα χρυσά μάτια»
«…Κοιμήθηκε άσκημα. Προς την αυγή είδε ένα όνειρο, ίσως κιόλας νάτανε μια φαντασία του πολύ έντονη, που τούρθε ζωντανή σα να είδε. Τόνε κράτησε ταραγμένο κάμποσο, ακόμα και σα σηκώθηκε από το κρεβάτι. Είτανε στης Βίγλας τα ράχτα. Η Σαπφώ. Κολυμπούσε ξένιαστη. ∆εν τόξερε πως κάποιος είναι και τη παραφυλάει, και σέρνει τη ματιά του πάνω της, κρυμμένος κάπου. Είταν ολόγυμνη, κι απορούσε ο ∆ρίβας πως έγινε κ' ήξαιρε κατά λεπτώς όλες τις μυστικές λεπτομέρειες αυτού του κορμιού. Έπαιζε στην ακρογιαλιά. Έριχνε λιθάρια και σκιρτούσε από πέτρα σε πέτρα. Αυτός, κουλουριασμένος πίσω από έναν βράχο, την έβλεπε, ήταν γεμάτος απ' τη θωριά της. Σα νάταν όλο το κορμί του σκεπασμένο με μάτια, πεινασμένα από ερωτική περιέργεια. Ένιωθε όλη τη ντροπή για το κάμωμά του, και μαζί την αχορταγιά της όρασής του…»

  •  Ποια κοινά στοιχεία εντοπίζετε από άποψη περιεχομένου ανάμεσα στα κείμενα του Παπαδιαμάντη και του Μυριβήλη;
Μονάδες 25
Απαντήσεις
1. Στην εισαγωγική ενότητα του διηγήματος ενσωματώνεται η εγκιβωτισμένη αφήγηση της ιστορίας του πάτερ Σισώη. Η ενσωμάτωση αυτής της μικρότερης ιστορίας, που φαινομενικά είναι αταίριαστη με την κεντρική ιστορία έχει, στην ουσία θεματική σχέση με αυτήν, εφόσον αποσκοπεί στο να παρουσιάσει την πορεία του αφηγητή μέχρι την τωρινή του κατάσταση.
Η ιστορία του αφηγητή και του πατέρα Σισώη έχουν αρκετά κοινά στοιχεία, αλλά διαφορετική κατάληξη. Ο πάτερ Σισώης ήταν αρχικά μοναχός και διάκονος, ακολουθεί ο έρωτάς του προς μια αλλόθρησκη, ο γάμος του με αυτήν· και τέλος επιλέγει πάλι τη ζωή του μοναχού. Ο βίος του μοναχού ακολουθεί μία κυκλική πορεία: ξεκινά από την αγνότητα, οδηγείται στην αμαρτία, ακολουθεί η μετάνοια και τελικά καταλήγει στη λύτρωση. Η πορεία του αφηγητή έχει την ίδια αρχή αλλά διαφορετική κατάληξη. Ο νεαρός βοσκός διάγει έναν αγνό βίο στη φύση αλλά, όταν εμφανίζεται ο πειρασμός με τη μορφή της γυμνής κόρης, υποκύπτει σε αυτόν και επιλέγει τελικά όχι τη μετάνοια και τη λύτρωση, αλλά τη ζωή στην πόλη και τη δυστυχία.
Συμπερασματικά λοιπόν, η εγκιβωτισμένη αφήγηση, αν και δίνει την εντύπωση παρέκβασης άσχετης με την κεντρική ιστορία, λειτουργεί ως στοιχείο της υπόθεσης. Η επισήμανση της αναλογίας ανάμεσα στον ηθικό βίο των δυο ηρώων αλλά και στο δρόμο προς τη λύτρωση, που ο ένας τελικά κατακτά και ο άλλος όχι, καταδεικνύει την πορεία του αφηγητή μέχρι το δυστυχισμένο αφηγηματικό παρόν. Επίσης, ο ρόλος του ανθρώπου αυτού στάθηκε καθοριστικός για τη ζωή και την προσωπικότητα του νεαρού βοσκού, εφόσον οι συμβουλές που ο δάσκαλος έδωσε στο νεαρό μαθητή του επηρέασαν τη σκέψη και διαμόρφωσαν τον ηθικό του κόσμο.

2. Στα πλαίσια του ρεαλισμού (ρεαλιστική ηθογραφία) τον οποίο προσεγγίζει με τα διηγήματά του, ο Παπαδιαμάντης αποποιείται την πατρότητα του κειμένου, αρνείται   δηλαδή την ταύτισή του με τον αφηγητή και την αυτοβιογραφικότητα των βιωμάτων του ήρωα - βοσκού, πιθανόν για να προσδώσει την απαραίτητη αντικειμενικότητα στη συγγραφική παρατήρηση, πιθανόν, όμως και για να αρνηθεί την αμεσότητα των συναισθημάτων και της ερωτικής συγκίνησης που διαχέεται σ' ολόκληρο το κείμενο.
α) Συγγραφικό τέχνασμα που υποδεικνύει τη διάθεση του Παπαδιαμάντη να αποποιηθεί την πατρότητα του συγκεκριμένου κειμένου είναι ο συγγραφικός δόλος, το στοιχείο δηλαδή της «πλαστοπροσωπίας». Αυτή επιτυγχάνεται αφενός με τη χρήση των εισαγωγικών, μέσα στα οποία ο συγγραφέας κλείνει το κείμενο δηλώνοντας έτσι ότι το σύνολο της αφήγησης είναι μια πιστή μεταφορά όσων βίωσε ένα τρίτο πρόσωπο και αφετέρου με την ενυπόγραφη ένδειξη «∆ιά την αντιγραφήν», διαχωρίζοντας έτσι σαφώς την πράξη της συγγραφής από την πράξη της αφήγησης.
Τέλος, η σύνδεση του χρόνου της ιστορίας με το χρόνο μιας αντικειμενικής εξωτερικής πραγματικότητας, με την παράθεση συγκεκριμένης, σχεδόν, χρονολόγησης («το θέρος εκείνο του έτους 187…») εξυπηρετεί την ανάπλαση ενός χωρόχρονου στον οποίο εντάσσεται ο ήρωας - αφηγητής ως αυθύπαρκτο πρόσωπο, ξεχωριστό από αυτό του συγγραφέα - Παπαδιαμάντη.
Ωστόσο, το «Όνειρο στο Κύμα» κατατάσσεται από την κριτική στα λεγόμενα «αυτοβιογραφικά» του Παπαδιαμάντη, έστω κι αν οι απόψεις για το βαθμό της αυτοβιογραφικότητας των διηγημάτων αυτών διίστανται ανάμεσα στην «εντύπωση πως ενσωματώνονται σελίδες από προσωπικό ημερολόγιο» (Π. Μουλλάς) και στην πίστη πως ο Παπαδιαμάντης είναι «πιο πολύ βιωματικός παρά αυτοβιογραφικός συγγραφέας» (Γ. Ιωάννου).
β) Στοιχεία που συνηγορούν, ώστε να αποδίδεται το διήγημα στον Παπαδιαμάντη, είναι τα εξής:
i. Από τη άποψη της αφηγηματικής τεχνικής:
Ο ισχυρός τύπος της ομοδιηγητικής αφήγησης και πιο συγκεκριμένα της αυτοδιηγητικής αφήγησης, όπου ο αφηγητής είναι και ο πρωταγωνιστής των δρωμένων, εξακριβώνεται ήδη από την πρώτη αράδα του κειμένου («Ήμην…») ενώ παράλληλα ο εξομολογητικός τόνος της αφήγησης εστιάζει από την αρχή στα συναισθήματα του ήρωα («ήμην ευτυχής») ακόμα κι αν αυτά βρίσκονται στα μύχια της ψυχής του (μίσος προς τον προστάτη και ευεργέτη του)
ii. Από την άποψη του περιεχομένου:
      Το σκηνικό μέσα στο οποίο εξελίσσεται η δράση δεν περιορίζεται μονάχα στην εποχή του συγγραφέα αλλά συγκεκριμενοποιείται στους δύο τόπους που έδρασε ο Παπαδιαμάντης, τη Σκιάθο και την Αθήνα.
      Ο εκκλησιαστικός χαραχτήρας της παιδείας του ήρωα («μ' επήρε πλησίον του ο γηραιός πάτερ Σισώης… και μ' έμαθε γράμματα», «…εστάλην ως υπότροφος της μονής εις τίνα κατ' επαρχίαν ιερατικήν σχολήν») συνάδει με το χαραχτήρα της αγωγής και της εκπαίδευσης του Παπαδιαμάντη, ο οποίος όχι μόνο μεγάλωσε δίπλα στον ιερέα πατέρα του αλλά διετέλεσε και ψάλτης, επισκέφτηκε το Άγιο Όρος και γενικότερα ήταν βαθιά θρησκευόμενο άτομο.
      Ο ήρωας - βοσκός είναι φορέας των αξιών και της βιοθεωρίας του  ίδιου του Παπαδιαμάντη π.χ.  ο Παπαδιαμάντης ασφυκτιούσε στο αστικό κλίμα της Αθήνας και δραπέτευε συχνά στη Σκιάθο («Και είμαι περιορισμένος… καθώς ο σκύλος, ο δεμένος με πολύ κοντόν σχοινίον… προϊσταμένου μου» «Ω! ας ήμην ακόμη βοσκός εις τα όρη!…»)
      Επιπλέον ο Παπαδιαμάντης επηρεασμένος από την εκκλησιαστική του παιδεία και τη γοητεία του μοναστικού βίου - είχε χαρακτηριστεί ως «κοσμοκαλόγερος» - ενίοτε προχωρά σε μια ισοπεδωτική απαξίωση του γυναικείου φύλου («Η Μοσχούλα… είναι απλή θυγάτηρ της Εύας, όπως όλαι»).
      Τέλος, πίσω από τα λόγια του αφηγητή: «Τάχα… να γίνω μοναχός. Ορθώς έλεγον… δεν έπρεπε να με στείλουν έξω από το μοναστήρι…», κρύβεται ο συγγραφέας ο οποίος, αν και αρχικά επεζήτησε την ευτυχία στη μοναχική ζωή του Άγιου Όρους, τελικά επέλεξε την κοσμική ζωή, χωρίς ωστόσο να σταματήσει ποτέ να ενδιαφέρεται «διά την σωτηρίαν της ψυχής του».

3. Η μοίρα της Μοσχούλας- κατσίκας είναι άρρηκτα συνδεδεμένη με αυτήν της Μοσχούλας-κοπέλας, αντικείμενο του έρωτα του αφηγητή.
α) Καταρχάς, παρατηρείται μια ομωνυμία που η λειτουργία της στην πλοκή είναι καθοριστική. Το βάπτισμα της αίγας από τον αφηγητή, ως Μοσχούλα, έχει ως πηγή τα συναισθήματά που αυτός τρέφει για την κοπέλα. Το κοινό όνομα αποτελεί μηχανισμό υποκατάστασης. Τα συναισθήματα που είναι αδύνατον να εκφραστούν, εξαιτίας των ηθών της εποχής αλλά και της κοινωνικής διαφοράς, διοχετεύονται στην κατσίκα.
β) Λογοτεχνική αξιοποίηση της ομωνυμίας αποτελεί το γεγονός ότι αυτή γίνεται η αφορμή για το διάλογο των δύο νέων. Η πλοκή προωθείται όταν η αναζήτηση της μικρής αίγας καταλήγει στην πρώτη συνάντηση,
γ) Η σύνδεση της μοίρας αυτών  των δύο  στα  οριακά  επίπεδα 'θανάτου - ζωής’ αποδίδεται στη σκηνή που διαδραματίστηκε στο θαλάσσιο άνδρο. Εκεί οι αποφάσεις που λαμβάνει ο βοσκός καθορίζουν τη ζωή ή το θάνατο της μίας ή της άλλης.
Αρχικά το πλατάγισμα του γυμνού σώματος (α΄ δραματικό απρόοπτο) της κοπέλας αναστέλλει την πρόθεση του βοσκού να λύσει την κατσίκα του και να φύγει.
Στη συνέχεια το απροσδόκητο βέλασμα της αίγας (β΄ δραματικό απρόοπτο) θα διακόψει το γαλήνιο μπάνιο της κοπέλας και θα συντελέσει ουσιαστικά στην εξέλιξη της πλοκής. Από την εσωτερική δράση(διλήμματα) που επιβραδύνει την εξέλιξη έξοδο αποτελεί η ακουστική εικόνα(βέλασμα). Η λύση στην εσωτερική σύγκρουση του βοσκού δίδεται από το εξωτερικό ερέθισμα.
Τέλος η απόφαση του βοσκού να επέμβει αποφασιστικά και να σώσει τη ζωή της κοπέλας που πνίγεται θα επιφέρει και το θάνατο της κατσίκας. Η ζωή του ζώου θυσιάζεται για χάρη της κοπέλας. "Aλλ' εγώ επλήρωσα τα λύτρα διά την ζωήν της ... και την έκαμα Θυσίαν προς χάριν της”
Σχοίνισμα: Το σχοίνισμα είναι πραγματικό για την κατσίκα, συμβολικό για τον αφηγητή. Ο θάνατος της κατσίκας θα συμπέσει χρονικά με το τέλος της ευτυχισμένης ζωής του στη φύση. Η τελική επιλογή του σχετικά με το δίλημμα να παραμείνει να απολαύσει το μπάνιο της κοπέλας ή να λύσει την κατσίκα του και να φύγει, οδήγησε την μεν κατσίκα στον πνιγμό και τον ίδιο στη δυστυχισμένη και ανωφέλητη ζωή που τώρα βιώνει. Η στιγμή που ενέδωσε στον πειρασμό της γυμνής σάρκας επέφερε δύο θανάτους, πρώτον της κατσίκας-Μοσχούλας και δεύτερον της αγνότητας μέσα στη φύση.

4.  Το διήγημα τελειώνει με μια φράση απαξίωσης της κοσμικής ζωής, της μόρφωσης του πολιτισμού, της ζωής στην πόλη. Αποτελεί στοχαστική παρατήρηση του αφηγητή, που αναλογιζόμενος την πορεία της ζωής του προβαίνει σε μία αξιολογική κρίση. Η μόρφωση δεν τον οδήγησε, όπως θα ήταν αναμενόμενο, στην κατάκτηση ενός υψηλότερου επιπέδου ποιότητας ζωής, απαλλάσσοντας από τα δεσμά της άγνοιας, αλλά αποτέλεσε αίτιο δυστυχίας.
Το συμπέρασμα αυτό από τον απολογισμό ζωής, που αναδεικνύει το μικρό βοσκόπουλο ως πιο ευτυχισμένο, οδηγεί στη ρήση «Ω ας ήμην ακόμη βοσκός εις τα όρη» με την οποία κλείνει και το διήγημα.
Αν η φράση αυτή συνδεθεί με την αρχή του διηγήματος «Χωρίς να το ηξεύρω ήμην ευτυχής» παρατηρείται το μορφικό σχήμα του κύκλου. Το σχήμα κύκλου λειτουργεί λογοτεχνικά για να παρέχει την αίσθηση της ολοκλήρωσης και της πληρότητας. Στο συγκεκριμένο διήγημα μπορεί να ερμηνευθεί ως ο εγκλωβισμός του αφηγητή μέσα στα όρια που προσδιορίζονται απ' αυτό το σχήμα. Η περιχαράκωση της ζωής του μέσα σε συγκεκριμένα πλαίσια, το τέλος της ελπίδας.

5.   Ανάμεσα στα δύο κείμενα εντοπίζονται πολλά κοινά στοιχεία:
     Αρχικά, χαρακτηριστικό κοινό στοιχείο είναι αυτό του ονείρου και η διαπλοκή του με την πραγματικότητα.
     Και στα δύο κείμενα υπάρχει το μπάνιο της γυμνής κοπέλας που, εν αγνοία της, γίνεται αντικείμενο οπτικής απόλαυσης του αφηγητή.
     Το ερωτικό στοιχείο.
     Ανάλογη θέση παρατήρησης αφηγητή, o οποίος και στα δύο κείμενα, κρύβεται πίσω από τα βράχια
     Ο τρόπος θέασης του γυναικείου κορμιού: λειτουργία αίσθησης (όρασης) και φαντασίας.
     Εσωτερική σύγκρουση. Η λογική και η ηθική αντιμάχονται τον πειρασμό, ο  οποίος και στα δύο κείμενα αντιπροσωπεύεται από τη θέα του γυμνού γυναικείου κορμιού.
     Παρά τους ενδοιασμούς, και στα δύο κείμενα, τελικά ο αφηγητής ενδίδει στον πειρασμό και απολαμβάνει το θέαμα.

ΟΜΑ∆Α ΛΟΓΟΤΕΧΝΙΑΣ ΕΚΠΑΙ∆ΕΥΤΙΚΟΥ ΟΡΓΑΝΙΣΜΟΥ ΟΡΙΖΟΝΤΕΣ

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Related Posts Plugin for WordPress, Blogger...