Πέμπτη, 28 Απριλίου 2011

Αρχαία κατεύθυνσης Γ Λυκείου: Πλάτωνα Πολιτεία Ενότητες 12 και 13 προτεινόμενο θέμα

ΑΡΧΑΙΑ ΕΛΛΗΝΙΚΑ Γ΄ ΛΥΚΕΙΟΥ ΘΕΩΡΗΤΙΚΗΣ ΚΑΤΕΥΘΥΝΣΗΣ

ΓΝΩΣΤΟ
Κείμενο:
Ενότητα 12η: Τὶ δέ; Τό­δε οὐκ εἰ­κός, ἦν δ’ ἐ­γώ, καὶ ἀ­νάγ­κη ἐκ τῶν προ­ει­ρη­μέ­νων, μή­τε τοὺς ἀ­παι­δεύ­τους καὶ ἀ­λη­θεί­ας ἀ­πεί­ρους ἱ­κα­νῶς ἄν πο­τε πό­λιν ἐ­πι­τρο­πεύ­σαι, μή­τε τοὺς ἐν παι­δεί­ᾳ ἐ­ω­μέ­νους δι­α­τρί­βειν δι­ὰ τέ­λους, τοὺς μὲν ὅ­τι σκο­πὸν ἐν τῷ βί­ῳ οὐκ ἔ­χου­σιν ἕ­να, οὗ στο­χα­ζο­μέ­νους δεῖ ἅ­παν­τα πράτ­τειν ἃ ἂν πράτ­τω­σιν ἰ­δί­ᾳ τε καὶ δη­μο­σί­ᾳ, τοὺς δὲ ὅ­τι ἕ­κον­τες εἶ­ναι οὐ πρά­ξου­σιν, ἡ­γού­με­νοι ἐν μα­κά­ρων νή­σοις ζῶν­τες ἔ­τι ἀ­πῳ­κί­σθαι;
Ἀ­λη­θῆ, ἔ­φη.
Ενότητα 13η: Ἐ­πε­λά­θου, ἦν δ’ ἐ­γὼ πά­λιν, ὦ φί­λε, ὅ­τι νό­μῳ οὐ τοῦ­το μέ­λει, ὅ­πως ἔν τι γέ­νος ἐν πό­λει δι­α­φε­ρόν­τως εὖ πρά­ξει, ἀλλ΄ ἐν ὅ­λῃ τῇ πό­λει τοῦ­το μη­χα­νᾶ­ται ἐγ­γε­νέ­σθαι, συ­ναρ­μότ­των τοὺς πο­λί­τας πει­θοῖ τε καὶ ἀ­νάγ­κη, ποι­ῶν με­τα­δι­δό­ναι ἀλ­λή­λοις τῆς ὠ­φε­λεί­ας ἣν ἂν ἕ­κα­στοι τὸ κοι­νὸν δυ­να­τοὶ ὦ­σιν ὠ­φε­λεῖν καὶ αὐ­τὸς ἐμ­ποι­ῶν τοι­ού­τους ἄν­δρας ἐν τῇ πό­λει, οὐχ ἵ­να ἀ­φι­ῇ τρέ­πε­σθαι ὅ­πῃ ἕ­κα­στος βού­λε­ται, ἀλλ’  ἵ­να κα­τα­χρῆ­ται αὐ­τὸς αὐ­τοῖς ἐ­πὶ τὸν συν­δε­σμὸν τῆς πό­λε­ως.

Α. Μετάφραση:
Να μεταφραστεί το απόσπασμα: «Ἐ­πε­λά­θου … τῆς πό­λε­ως»
(Μονάδες 10)

Β. Ερωτήσεις:
1. Πού οφείλεται η αδυναμία ικανοποιητικής διακυβέρνησης της πόλης τόσο από τους απαίδευτους όσο και από τους πεπαιδευμένους;
(Μονάδες 15)
2. Ποιες είναι οι σχέσεις μεταξύ των πολιτών και μεταξύ νόμου και πολιτών σύμφωνα με το κείμενο; Πώς θα χαρακτηρίζατε το πολίτευμα στο οποίο ορίζονται οι σχέσεις με τον τρόπο αυτό;
(Μονάδες 15)
3. Να περιγράψετε την αλληγορία του ακυβέρνητου σκάφους της πολιτείας και να αναφέρετε ποια χαρακτηριστικά των φιλοσόφων – βασιλέων εγγυώνται τη σωστή διακυβέρνηση της πόλης.

(Μονάδες 10)
4. α) Να γράψετε από ένα συνώνυμο στην αρχαία ελληνική για τις λέξεις: ἐῶ, ἡγοῦμαι, μάκαρ, εὖ πράτ­τω
β) για τις παρακάτω λέξεις του κειμένου να βρείτε δύο ομόρριζες της νέας ελληνικής: ἐ­πι­τρο­πεύ­σαι, ἀ­πῳ­κί­σθαι, με­τα­δι­δό­ναι
(Μονάδες 10)
ΑΠΑΝΤΗΣΕΙΣ
Α. Μετάφραση:
Ξέχασες πάλι, φίλε μου, είπα εγώ, ότι μέλημα του νόμου δεν είναι αυτό, πώς δηλαδή θα ζει υπερβολικά ευτυχισμένα στην πόλη μια συγκεκριμένη κοινωνική ομάδα, αλλά σκέφτεται τρόπους να πραγματοποιηθεί αυτό για όλη την πόλη, ενώνοντας τους πολίτες με την πειθώ και τον εξαναγκασμό, κάνοντας να μεταδίδουν ο ένας στον άλλο την ωφέλεια την οποία μπορεί ο καθένας να προσφέρει στο κοινό και δημιουργώντας ο ίδιος τέτοιους πολίτες μέσα στην πόλη, όχι για να τους αφήνει να στρέφονται όπου ο καθένας θέλει, αλλά για να τους χρησιμοποιεί ο ίδιος για δεσμό που ενώνει την πόλη.

Β. Ερωτήσεις:
1.  Το γενικό θέμα της Πολιτείας είναι η δικαιο­σύνη στο πλαίσιο της λειτουργίας της ορθής, της ιδεώδους πολιτείας. Στο ίδιο πλαίσιο εξετάζονται και οι δεσμώτες και κυρίως όσοι από αυτούς απελευθερώνονται από τα δεσμά της σπηλιάς, ανεβαίνουν στον κόσμο των ιδεών και φωτίζονται με την πραγματική γνώση. Οι άνθρωποι λοιπόν εξετάζονται από την άποψη της καταλληλότητάς τους για τη διακυβέρνηση της πόλης και έτσι, γίνεται λόγος για δύο κατηγορίες ανθρώπων:
Οι πρώτοι, λοιπόν, που κρίνονται ακατάλληλοι για τη διακυβέρνηση της πόλης είναι οι απαίδευτοι, οι τυχαίοι και αφιλοσόφητοι πολιτικοί. Ο Σωκράτης δεν αφήνει αυτή τη θέση του χωρίς αιτιολόγηση. Οι λό­γοι για τους οποίους δεν είναι ικανοί να κυβερνήσουν οι απαίδευτοι είναι οι εξής:
Α. Είναι «ἄ­πει­ροι ἀ­λη­θεί­ας», δεν έχουν φτάσει, δηλαδή, στη γνώση της αλήθειας, αλλά ζουν στο ψεύδος και στην πλάνη. Είναι οι άνθρωποι του σπηλαίου που βρί­σκονται στο πνευματικό σκοτάδι. Θεωρούν αληθινές τις ψεύτικες παραστάσεις που προσλαμβάνουν με τις αισθήσεις τους, αγνοούν την ύπαρξη του κόσμου των Ιδεών, δεν έχουν βγει από τον ψεύτικο, σκιώδη κόσμο του σπηλαίου, δεν έχουν προσεγγίσει τον κόσμο της αληθινής γνώσης, τον κόσμο του φωτός. Είναι λογικό, λοιπόν, ότι δεν μπορεί να ανατεθεί η τύχη μιας πόλης σε έναν τέτοιον άνθρωπο. Επιπλέον, πρέπει να τονίσουμε το εξής: ο Σωκράτης, όπως και ο Πλάτωνας, υπο­στήριζαν ότι δεν είναι κανείς κακός με τη θέληση του· όποιος διαπράττει το κακό, το κάνει επειδή δε γνωρίζει τι είναι καλό και κακό. Όμως, όπως ειπώθηκε προη­γουμένως, στη γνώση φτάνει κανείς μέσω της παιδείας, της μελέτης της φιλοσο­φίας. Αυτός είναι ο μόνος τρόπος για να γνωρίσει κανείς το Αγαθό. Επομένως, κάποιος απαίδευτος δεν έχει φτάσει στη θέαση του Αγαθού, δε γνωρίζει το καλό και το κακό· έτσι, μπορεί -χωρίς να το θέλει- να διαπράξει το κακό, εφόσον αγνοεί το Αγαθό. Για το λόγο αυτό, λοιπόν, ο απαίδευτος δε θεωρείται κατάλλη­λος για να αναλάβει τη διακυβέρνηση της πολιτείας.
Β. «σκο­πὸν ἐν τῷ βί­ῳ ... δη­μο­σί­α»: ο δεύτερος λόγος για τον οποίο οι απαίδευ­τοι δεν κρίνονται επαρκείς για τη διακυβέρνηση της πόλης είναι ότι δεν έχουν στη ζωή τους έναν υψηλό σκοπό, στον οποίο θα είναι αφιερωμένοι και τον οποίο υπηρετούν με τις πράξεις τους στη δημόσια και ιδιωτική τους ζωή. Ο Σωκράτης εννοεί ότι οι τυχαίοι και αφιλοσόφητοι πολιτικοί, οι οποίοι δεν έχουν εκπαιδευτεί και δεν έχουν φτάσει στη γνώση της αλήθειας, δεν έχουν δει το φως της αληθινής σοφίας και δεν έχουν γνωρίσει την ύψιστη αρετή, το Αγαθό, είναι άνθρωποι χωρίς έναν υψηλό πολιτικό στόχο στη ζωή τους. Προφανώς θα κινούνται από ταπεινά κίνητρα, θα επιδιώκουν την ικανοποίηση προσωπικών συμφερόντων, θα λησμο­νούν το πραγματικό χρέος του κυβερνήτη, θα αδιαφορούν για τον ένα και μονα­δικό σκοπό που λέει ο Πλάτωνας ότι πρέπει να έχουν οι φύλακες της πολιτείας και ο οποίος είναι να υπηρετούν πιστά και ανιδιοτελώς την πόλη ολόκληρη.
Η δεύτερη κατηγορία ανθρώπων, η οποία δεν κρίνεται ικανή να αναλάβει τη δια­κυβέρνηση της πολιτείας, είναι οι άνθρωποι που περνούν όλη τους τη ζωή αφοσι­ωμένοι στις θεωρητικές - πνευματικές τους αναζητήσεις, καθώς δεν προχωρούν σε πράξεις, δεν ενεργούν, δεν ενδιαφέρονται για τα κοινά, αλλά ζουν στη μακαριότητα των πνευματικών ενασχολήσεων και απολαμβάνουν το φως της γνώσης που έχουν κατακτήσει. Κινούνται μόνο στον θεωρητικό χώρο, είναι δεμένοι σε αυτόν, δεν παρουσιάζουν καμία πολιτική δράση, δεν ενδιαφέρονται για τις τιμές και την εξουσία. Επομένως εγκλωβισμένοι στην αδράνεια του θεωρητικού βίου, δεν παρουσιάζουν κάποιον πρακτικό προσανατολισμό της παιδείας και κατά συνέπεια είναι ακατάλληλοι να κυβερνήσουν.
Οι φιλόσοφοι, οι προικισμένες ιδιοφυίες, που με τη φροντίδα της πολι­τείας και την ορθή παιδεία αξιοποιούν τις ικανότητες τους και γίνονται άρχοντες - βασιλείς και φύλακες της πλατωνικής πολιτείας, όταν ξεφύ­γουν από το σπήλαιο της απαιδευσίας και της πλάνης και βρεθούν στον επάνω κόσμο, δηλαδή στον κόσμο των ιδεών, δεν είναι όλοι τους πρόθυ­μοι να επιστρέψουν στο σπήλαιο.
Πολλοί από αυτούς μαγεύονται και θαμπώνονται από τον μεγάλο ήλιο του Αγαθού. Η απελευθέρωση από τα δεσμά και η άνοδος τους στο φως τους προσφέρει ψυχική αγαλλίαση και ευδαιμονία. Έτσι δε δεί­χνουν όλοι την ίδια προθυμία να κατεβούν πάλι στο σπήλαιο (δηλ. στον «πραγματικό» κόσμο) και να ξαναβρεθούν στο σκοτάδι. Τώρα που δο­κίμασαν την ευδαιμονία της ιδέας του Αγαθού ξέρουν ότι η κάθοδος στο σπήλαιο είναι άχθος, θυσία και πόνος.

2. Στην ιδανική του πολιτεία ο Πλάτων οραματίζεται ότι οι σχέσεις μετα­ξύ των πολιτών πρέπει να είναι αρμονικές, οι πολίτες δηλαδή να είναι ενωμένοι μεταξύ τους, έστω κι αν χρειαστεί να επιστρατεύσει ο νόμος όχι μόνο την πειθώ αλλά και τον εξαναγκασμό. Η ένωση των πολιτών θα γίνει κατορθωτή με την ωφέλεια που θα προσφέρει ο ένας στον άλλο ανάλογα με τις ικανότητές του. Ο Πλάτων πιστεύει ότι για να ικανοποιήσει το άτομο τις βασικές του ανάγκες, είναι αναγκασμένο να δημιουργήσει πυρήνες συμβίωσης με άλλα άτομα. Η βοήθεια και η προστασία που παρέχουν ο ένας στον άλλο είναι οι δεσμοί που συνέ­χουν το κοινωνικό σύνολο. Η αλληλεγγύη λοιπόν είναι βασική προϋ­πόθεση (όχι βέβαια και επαρκής) για να επιβιώσει η ομάδα.
Σε ό,τι αφορά τις σχέσεις μεταξύ νόμου και πολιτών είναι γνωστό ότι ο Πλάτων πιστεύει πως η ιδεώδης πολιτεία ενσαρκώνει τέσσερις θεμελιώδεις αρετές: είναι σοφή, είναι ανδρεία, κοσμείται από σωφρο­σύνη (αυτοκυριαρχία και νομιμοφροσύνη) και, τέλος, είναι δίκαιη. Η πολιτεία αυτή είναι δίκαιη, γιατί το κάθε στοιχείο εκπληρώνει τη λει­τουργία του χωρίς να παρακωλύει τη λειτουργία των άλλων και ο κα­θένας πράττει το έργο που του έχει ανατεθεί. Μέσα σε αυτό το πλαίσιο λοιπόν πρέπει να αναζητήσουμε τη σχέση μεταξύ νόμου και πολιτών, όπως, τουλάχιστον, περιγράφεται στην ενότητα αυτή.
Κατά τον Πλάτωνα ο νόμος:
1.   αναζητά τρόπους να ευτυχήσουν μέσα στην πόλη όλες οι κοινωνικές τάξεις
2.   επιδιώκει την ένωση των πολιτών με την πειθώ και με τον εξαναγκα­σμό
3.   ενεργεί ώστε ο κάθε πολίτης να προσφέρει την ωφέλειά του στο κοι­νωνικό σύνολο
4.   περιορίζει την ασυδοσία (δεν αφήνει να τραβά ο καθένας όπου θέ­λει)
5.   επιδιώκει να χρησιμοποιεί τους πολίτες έτσι ώστε τελικά να επιτυγ­χάνει την ενότητα στην πόλη.
Ως προς τον χαρακτηρισμό ενός τέτοιου είδους πολιτεύματος μπορεί να ειπωθεί ότι η αναγκαστική επιβολή κανόνων και απαγορεύσεων (και κυρώσεων) βρίσκεται μέσα στη φύση των νόμων, όμως η τόσο προχωρημένη παρέμβαση στις ελεύθερες επιλογές των πολιτών και κυρίως η στέρηση της ευδαιμονίας μιας ομάδας αποτελεί αρνητικό στοιχείο, που αντιβαίνει στις δη­μοκρατικές αρχές. Έτσι, πίσω από τις γραμμές του κειμένου διακρίνουμε ένα κράτος που δεν αφήνει περιθώρια για ατομική ελευθερία και δράση, που ελέγχει και κατευθύνει τις δραστηριότητες του πολίτη και τις καθυποτάσσει στην κρατική εξουσία. Πρόκειται λοιπόν για ένα καθεστώς παρεμβατικό και αυταρ­χικό, που θα τολμούσαμε να το ονομάσουμε και ολοκληρωτικό.

3. Η απάντηση βρίσκεται στην εισαγωγή του σχολικού βιβλίου, σελ. 99 & 100 «Σε μια δραματική αλληγορία … στο κοπιώδες λειτούργημά τους».

4. α.  ἐ­ῶ > ἐ­πι­τρέ­πω
 ἡ­γοῦ­μαι > νο­μί­ζω
 μά­καρ >  εὐ­τυ­χὴς
 εὖ πράτ­τω > εὐ­τυ­χῶ

β.  δύστροπος, ευτράπελος
συγκάτοικος, κατοικίδιο
μισθοδοσία, τροφοδοτώ

ΑΓΝΩΣΤΟ
Κείμενο
Λακεδαιμόνιοι δὲ ἐπὶ μὲν τῆς πρώτης πρεσβείας τοιαῦτα ἐπέταξάν τε καὶ ἀντεκελεύσθησαν περὶ τῶν ἐναγῶν τῆς ἐλάσεως: ὕστερον δὲ φοιτῶντες παρ᾽ Ἀθηναίους Ποτειδαίας τε ἀπανίστασθαι ἐκέλευον καὶ Αἴγιναν αὐτόνομον ἀφιέναι, καὶ μάλιστά γε πάντων καὶ ἐνδηλότατα προύλεγον τὸ περὶ Μεγαρέων ψήφισμα καθελοῦσι μὴ ἂν γίγνεσθαι πόλεμον, ἐν εἴρητο αὐτοὺς μὴ χρῆσθαι τοῖς λιμέσι τοῖς ἐν τῇ Ἀθηναίων ἀρχῇ μηδὲ τῇ Ἀττικῇ ἀγορᾷ. οἱ δὲ Ἀθηναῖοι οὔτε τἆλλα ὑπήκουον οὔτε τὸ ψήφισμα καθῄρουν, ἐπικαλοῦντες ἐπεργασίαν Μεγαρεῦσι τῆς γῆς τῆς ἱερᾶς καὶ τῆς ἀορίστου καὶ ἀνδραπόδων ὑποδοχὴν τῶν ἀφισταμένων. τέλος δὲ ἀφικομένων τῶν τελευταίων πρέσβεων ἐκ Λακεδαίμονος, Ῥαμφίου τε καὶ Μελησίππου καὶ Ἀγησάνδρου, καὶ λεγόντων ἄλλο μὲν οὐδὲν ὧν πρότερον εἰώθεσαν, αὐτὰ δὲ τάδε ὅτιΛακεδαιμόνιοι βούλονται τὴν εἰρήνην εἶναι, εἴη δ᾽ ἂν εἰ τοὺς Ἕλληνας αὐτονόμους ἀφεῖτε,’ ποιήσαντες ἐκκλησίαν οἱ Ἀθηναῖοι γνώμας σφίσιν αὐτοῖς προυτίθεσαν, καὶ ἐδόκει ἅπαξ περὶ ἁπάντων βουλευσαμένους ἀποκρίνασθαι. καὶ παριόντες ἄλλοι τε πολλοὶ ἔλεγον ἐπ᾽ ἀμφότερα γιγνόμενοι ταῖς γνώμαις καὶ ὡς χρὴ πολεμεῖν καὶ ὡς μὴ ἐμπόδιον εἶναι τὸ ψήφισμα εἰρήνης, ἀλλὰ καθελεῖν, καὶ παρελθὼν Περικλῆς Ξανθίππου, ἀνὴρ κατ᾽ ἐκεῖνον τὸν χρόνον πρῶτος Ἀθηναίων, λέγειν τε καὶ πράσσειν δυνατώτατος, παρῄνει τοιάδε.
Θουκυδίδου Α’ Βιβλίο, 139
1. Να μεταφράσετε το παραπάνω κείμενο
(Μονάδες 20)
2. Να γράψετε τους τύπους που ζητούνται:
ἐπέταξάν: β’ πρόσωπο πληθυντικού αριθμού οριστικής παρακειμένου
ἀφιέναι: μετοχή αορίστου στο αρσενικό γένος γενική ενικού αριθμού
καθελοῦσι: ο ίδιος τύπος στον παρακείμενο
ἐδόκει: υπερσυντέλικος στο ίδιο πρόσωπο και στον ίδιο αριθμό
παριόντες: γ΄πρόσωπο πληθυντικού αριθμού παρατατικού.
(Μονάδες 5)
3. Να γράψετε τους τύπους που ζητούνται
τῶν ἐναγῶν: ίδια πτώση στον ενικό αριθμό
τοῖς λιμέσι: κλητική ενικού
τῶν πρέσβεων: αιτιατική ενικού αριθμού
παρελθὼν: δοτική πληθυντικού στο ίδιο γένος
τοιάδε: δοτική πληθυντικού
 (Μονάδες 5)
4. α) ὕστερον δὲ φοιτῶντες παρ᾽ Ἀθηναίους Ποτειδαίας τε ἀπανίστασθαι ἐκέλευον καὶ Αἴγιναν αὐτόνομον ἀφιέναι: να μεταφέρετε τον πλάγιο λόγο σε ευθύ
(Μονάδες 2)
β) ποιήσαντες: να κάνετε αναγνώριση της μετοχής και να την αναλύσετε σε πρόταση
(Μονάδες 1,5)
γ) εἴη δ᾽ ἂν εἰ τοὺς Ἕλληνας αὐτονόμους ἀφεῖτε: να συμπτύξετε τη δευτερεύουσα πρόταση σε μετοχή.
(Μονάδες 1,5)
5. τοιαῦτα, τῶν ἐναγῶν, αὐτόνομον, χρῆσθαι, πράσσειν: Να χαρακτηρίσετε συντακτικά τις προηγούμενες λέξεις
(Μονάδες 5)
ΑΠΑΝΤΗΣΕΙΣ
1. Οι Λακεδαιμόνιοι λοιπόν στην πρώτη πρεσβεία και τέτοια απαίτησαν και τέτοιες ανταπαιτήσεις δέχθηκαν σχετικά με την εκδίωξη των ανοσίων. Ύστερα όμως επανερχόμενοι στους Αθηναίους ζητούσαν και να λύσουν την πολιορκία της Ποτίδαιας και να αφήσουν αυτόνομη την Αίγινα, και κυριότατα από όλα και φανερότατα δήλωναν ότι θα μπορούσε να μη γίνει πόλεμος αν ακυρώσουν το ψήφισμα σχετικά με τους Μεγαρείς, στο οποίο είχε ειπωθεί να μη (είχε απαγορευθεί να) χρησιμοποιούν αυτοί τα λιμάνια που βρίσκονται στην εξουσία των Αθηναίων ούτε (και) την Αττική αγορά. Οι Αθηναίοι ούτε στα άλλα υπάκουαν ούτε το ψήφισμα ακύρωναν, κατηγορώντας τους Μεγαρείς για καλλιέργεια της ιερής γης και αυτής που δεν ήταν οριοθετημένη και για αποδοχή των δούλων που δραπέτευαν. Τέλος όταν έφτασαν οι τελευταίοι πρέσβεις από τη Σπάρτη, δηλαδή και ο Ράμφιος και ο Μελήσιππος και ο Αγήσανδρος, και δεν έλεγαν τίποτα από αυτά που παλιότερα συνήθιζαν αλλά τα εξής, ότι «οι Λακεδαιμόνιοι θέλουν να υπάρχει ειρήνη, και μπορεί να υπάρχει (ειρήνη) αν αφήσετε τους Έλληνες αυτόνομους», αφού συγκάλεσαν συνέλευση οι Αθηναίοι αντάλλαξαν γνώμες μεταξύ τους και φάνηκε καλό αφού αποφασίσουν να απαντήσουν μια φορά για όλα. Και παίρνοντας το λόγο και πολλοί άλλοι έλεγαν παίρνοντας το μέρος της μιας ή της άλλης πλευράς και (άλλοι) ότι πρέπει να πολεμούν και (άλλοι) ότι (πρέπει) να μην είναι εμπόδιο για την ειρήνη το ψήφισμα αλλά να (το) ακυρώσουν, και αφού ανέβηκε στο βήμα ο Περικλής ο γιος του Ξανθίππου, ο σημαντικότερος άντρας εκείνη την εποχή από τους Αθηναίους, πολύ ικανός και στο να μλάει και στο να πράττει, έδινε τέτοιες προτροπές περίπου.

2. ἐπιτετάχετε, ἀφέντος, καθρηκόσι(ν), ἐδέδοκτο, παρῄεσαν ή παρῇσαν

3. τοῦ ἐναγοῦς, () λιμήν, τόν πρεσβευτήν,παρελθοῦσι(ν), τοιοῖσδε

4. α) Τα τελικά απαρέμφατα εξαρτώμενα από το ρήμα «ἐκέλευον» στον ευθύ λόγο θα μετατραπούν σε κύριες προτάσεως επιθυμίας:
( Ἀθηναῖοι) Ποτειδαίας τε ἀπανίστασθε καὶ Αἴγιναν αὐτόνομον ἀφίετε.

β) Η μετοχή είναι επιρρηματική χρονική, συνημμένη στο υποκείμενο του ρήματος (οἱ Ἀθηναῖοι). Ως μετοχή αορίστου δηλώνει το προτερόχρονο σε σχέση με το ρήμα της κύριας πρότασης «προυτίθεσαν» το οποίο και προσδιορίζει επιρρηματικά, ως επιρρηματικός προσδιορισμός του χρόνου. Αναλύεται στη χρονική πρόταση: ἐπεί ἐκκλησίαν ἐποίησαν

γ) Η δευτερεύουσα υποθετική πρόταση «εἰ τοὺς Ἕλληνας αὐτονόμους ἀφεῖτε» συμπτύσσεται σε υποθετική μετοχή, η οποία θα τεθεί σε γενική απόλυτη, επειδή το υποκείμενο του ρήματος δεν έχει συντακτική θέση στην κύρια πρόταση: εἴη δ᾽ ἂν τοὺς Ἕλληνας αὐτονόμους ἀφέντων ὑμῶν.

5. τοιαῦτα: σύστοιχο αντικείμενο του ρήματος «ἐπέταξάν»
τῶν ἐναγῶν: ετερόπτωτος ονοματικός προσδιορισμός, γενική αντικειμενική από το «τῆς ἐλάσεως»
αὐτόνομον: κατηγορούμενο του αντικειμένου («Αἴγιναν») μέσω του απαρεμφάτου «ἀφιέναι»
χρῆσθαι: τελικό απαρέμφατο, υποκείμενο του απροσώπου ρήματος «εἴρητο» («εἴρητο» εδώ έχει τη σημασία: διατάσσω)
πράσσειν: απαρέμφατο της αναφοράς ως προσδιορισμός της αναφοράς από το επίθετο «δυνατώτατος» (επίθετο που δηλώνει δυνατότητα).

Επιμέλεια: Καπετάνου Εύη, Λεωνιδοπούλου Χριστίνα, Μαρκοβίτη Τζένη, Μπουζίκας Βαλάντης, Παπαδοπούλου Ιωάννα, Κασάπογλου Δήμητρα
Φροντιστήριο ΕΝΑ, Βέροια

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Related Posts Plugin for WordPress, Blogger...