Τετάρτη, 16 Μαρτίου 2011

Βενιζελισμός: το περιεχόμενο και οι επιδιώξεις του (πηγή ιστορίας κατεύθυνσης)


Αξιοποιώντας τις ιστορικές γνώσεις σας και τις πληροφορίες που δίνο­νται στο ακόλουθο κείμενο, να παρουσιάσετε:
α) το περιεχόμενο της πολιτικής αντίληψης που ονομάστηκε «Βενιζελισμός»,
   β) τις κύριες επιδιώξεις του βενιζελι­σμού, καθώς και τα βασικά κοινωνικά ερείσματα του

Κείμενο Α
Ως Βενιζελισμός ορίζεται ένα ευρύ κίνημα σε όλους τους τομείς της εθνικής ζωής, το οποίο αποτέλεσε το φορέα μιας συνεπούς και δυναμικής προσπάθειας καθολικού αστικού εκσυγχρονισμού της Ελλάδας, συν­δυασμένου με μια ορισμένη αντίληψη της εθνικής ολοκλήρωσης και του περιεχομένου της Μεγάλης Ιδέας.
Το πολιτικό περιεχόμενο του βενιζελισμού, η "ανόρθωση", συνίστατο στη στόχευση δημιουργίας ενός κράτους δικαίου, με σύγχρονες κοινωνικές, οικονομικές, διοικητικές λειτουργίες και ικανού να ενσωματωθεί οι­κονομικά και πολιτιστικά στη Δύση, να εξευρωπαϊστεί. Πρόκειται δηλαδή για μια προσπάθεια διαμόρφωσης της ελληνικής κοινωνίας στο πλαίσιο του καπιταλιστικού συστήματος και κατά τα πρότυπα των δυτι­κών φιλελεύθερων δημοκρατιών.
Αυτός ο αστικός εκσυγχρονισμός και ο εξευρωπαϊσμός συνδυάζο­νται αδιάσπαστα από την πρώτη στιγμή, το 1910, με τον αλυτρωτισμό. Οι δύο στόχοι διαπλέχτηκαν και υπηρέτησαν ο ένας τον άλλο. Η εσωτε­ρική οργάνωση, ο διοικητικός και πολιτικός εκσυγχρονισμός και η οικο­νομική ανάπτυξη της χώρας γίνονταν αντιληπτά ταυτόχρονα ως αίτια και αποτελέσματα της εδαφικής επέκτασης. Και τα δυο πάντως, και η ε­σωτερική ανόρθωση και η εδαφική επέκταση, υπηρετούν το στόχο της δημιουργίας ενός εκσυγχρονισμένου ευρωπαϊκού κράτους, ενσωματω­μένου στην ιδεολογικοπολιτική και οικονομική πραγματικότητα που εξέ­φραζε η Δυτική Ευρώπη.
Ίδρυμα Μείζονος Ελληνισμού, Ελληνική Ιστορία στο Διαδίκτυο

Κείμενο Β
[...] Η ανεπανάληπτη δυναμική του βενιζελισμού πηγάζει από έναν εξίσου ανεπανάληπτο συνδυασμό αστικού εθνικισμού και αστικού εκσυγχρονι­σμού, σε αδιάσπαστη και διαλεκτική ενότητα. Από την πρώτη στιγμή, το 1910, ο εκσυγχρονισμός τέθηκε στην υπηρεσία της εθνικής ολοκλήρωσης. Με τη σειρά της, η εθνική ολοκλήρωση υπηρέτησε τον εκσυγχρονισμό μέ­χρι το τέλος, προσφέροντας την αναντικατάστατη πολιτική και ιδεολογική του νομιμοποίηση. [...] Αν πρέπει κανείς να διακρίνει δύο φάσεις, ίσης πε­ρίπου διάρκειας, είναι επειδή το περιεχόμενο της εθνικής ολοκλήρωσης άλλαξε αναγκαστικά και ριζικά μετά την Καταστροφή του 1922. Πριν, σή­μαινε πρωταρχικά την απελευθέρωση των αλυτρώτων με την αντίστοιχη ε­δαφική επέκταση του εθνικού κράτους. Μετά, σήμαινε αποκλειστικά την α­φομοίωση των πρώην αλυτρώτων ως Νέων Χωρών ή ως προσφύγων πια και την επίτευξη εθνικής ομοιογένειας και μιας νέας εθνικής ταυτότητας μέ­σα στα οριστικά πλέον κρατικά σύνορα. Έτσι, κατά την πρώτη ηρωική πε­ρίοδο του βενιζελισμού (1910-1920), ο αστικός εκσυγχρονισμός συναρ­θρώθηκε με τον αλυτρωτισμό, με ιδεολογικό επιστέγασμα τη Μεγάλη Ιδέα. Κατά τη δεύτερη περίοδο (1922-1932), ο αστικός εκσυγχρονισμός συναρ­θρώθηκε με την οικοδόμηση ενιαίου εθνικού κράτους, με ιδεολογικό επι­στέγασμα την Αβασίλευτη Δημοκρατία στην οποία ο βενιζελισμός επιχεί­ρησε να προσδώσει ευρύτερο ιδεολογικό και κοινωνικό περιεχόμενο.
Γ. θ. Μαυρογορδάτος, «Βενιζελισμός και αστικός εκσυγχρονισμός»

ΑΠΑΝΤΗΣΗ
Ερώτημα Α. Στην περίοδο 1910-1922, κατά την οποία η Ελλάδα βρισκόταν σε συνεχή πο­λεμική ετοιμότητα, εμφανίστηκε μια νέα πολιτική αντίληψη, που εκφράστηκε με τον Ελευθέριο Βενιζέλο και ονομάστηκε συνοπτικά «Βενιζελισμός».
Ως Βενιζελισμός ορίζεται ένα ευρύ κίνημα σε όλους τους τομείς της εθνικής ζωής, το οποίο αποτέλεσε το φορέα μιας συνεπούς και δυναμικής προσπάθειας καθολικού αστικού εκσυγχρονισμού της Ελλάδας, συνδυασμένου με μια ορισμέ­νη αντίληψη της εθνικής ολοκλήρωσης και του περιεχομένου της Μεγάλης Ιδέας.
Είναι δύσκολο να ορίσουμε με λίγα λόγια τι ακριβώς ήταν αυτή η πολιτική, στον οικονομικό όμως τομέα φαίνεται ότι ο Βενιζελισμός θεωρούσε το ελληνικό κράτος ως μοχλό έκφρασης και ανάπτυξης του ελληνισμού. Το ελληνικό κράτος δηλαδή έπρεπε να επιδιώξει την ενσωμάτωση του εκτός συνόρων ελληνισμού και, με ενιαία εθνική και κρατική υπόσταση, να διεκδικήσει τη θέση του στον τότε σύγχρονο κόσμο. Αυτό προϋπέθετε όχι μόνο θεσμικό εκσυγχρονισμό, που θα καθιστούσε το κράτος αποτελεσματικό και αξιόπιστο, αλλά και γενικότερη προ­σήλωση στην ιδέα της ανάπτυξης των παραγωγικών δυνάμεων του έθνους.
Το κύριο πολιτικό αίτημα του Βενιζελισμού, η «ανόρθωση», συμπύκνωνε την πολιτική βούληση δημιουργίας ενός κράτους δικαίου, με σύγχρονες κοινωνικές, οικονομικές, διοικητικές λειτουργίες και ικανού να ενσωματωθεί οικο­νομικά και πολιτιστικά στη Δύση, να εξευρωπαϊστεί. Με άλλα λόγια, το ζητού­μενο για τον Βενιζελισμό ήταν να διαμορφώσει την ελληνική κοινωνία στο πλαίσιο του καπιταλιστικού συστήματος και σύμφωνα με τα πρότυπα των δυ­τικών φιλελεύθερων δημοκρατιών.
Οι στόχοι αυτοί συνδυάστηκαν αδιάσπαστα και από την πρώτη στιγμή, το 1910, με τον αλυτρωτισμό και υπηρέτησαν ο ένας τον άλλο. Στο πλαίσιο της πολιτικής αντίληψης του Βενιζελισμού, η εσωτερική οργάνωση, ο διοικητικός και πολιτικός εκσυγχρονισμός και η οικονομική ανάπτυξη της Ελλάδας θεω­ρούνταν ταυτόχρονα τόσο αίτια όσο και αποτελέσματα της εδαφικής επέκτασης. Επιπλέον, τόσο η εσωτερική ανόρθωση όσο και η εδαφική επέκταση, πί­στευε ο Βενιζελισμός, υπηρετούσαν το στόχο της δημιουργίας ενός εκσυγχρο­νισμένου ευρωπαϊκού κράτους, ενσωματωμένου στην ιδεολογικοπολιτική και οικονομική πραγματικότητα που εξέφραζε η Δυτική Ευρώπη.

Ερώτημα Β. Όπως εύστοχα επισημαίνεται από τον Γ. θ. Μαυρογορδάτο, «η ανεπα­νάληπτη δυναμική του Βενιζελισμού πηγάζει από έναν εξίσου ανεπανάλη­πτο συνδυασμό αστικού εθνικισμού και αστικού εκσυγχρονισμού, σε αδιά­σπαστη και διαλεκτική ενότητα». Αυτό σημαίνει ότι αμέσως μετά την ανάλη­ψη της εξουσίας από τον Ελευθέριο Βενιζέλο, το 1910, οι προσπάθειες εκσυγχρονισμού του ελληνικού κράτους τέθηκαν στην υπηρεσία της εθνικής ολοκλήρωσης. Το δίλημμα «εδαφική επέκταση ή εσωτερική ανάπτυξη», που είχε σφραγίσει την ελληνική πολιτική ζωή κατά το 19° αιώνα, ξεπερά­στηκε από τον Βενιζέλο. Για τη δική του πολιτική αντίληψη, το κάθε σκέλος του διλήμματος ήταν προϋπόθεση για την υλοποίηση του άλλου. Στο πλαί­σιο αυτό, η επιδίωξη της εθνικής ολοκλήρωσης «υπηρέτησε τον εκσυγχρο­νισμό μέχρι το τέλος, προσφέροντας την αναντικατάστατη πολιτική και ιδεο­λογική του νομιμοποίηση».
Ωστόσο, οι επιδιώξεις του βενιζελισμού διαφοροποιήθηκαν επειδή το πε­ριεχόμενο της εθνικής ολοκλήρωσης άλλαξε αναγκαστικά και ριζικά μετά τη Μικρασιατική καταστροφή του 1922. Πριν, ο βενιζελισμός επιδίωκε την απε­λευθέρωση των αλύτρωτων με την αντίστοιχη εδαφική επέκταση του εθνικού κράτους. Μετά, οι επιδιώξει του έχασαν τη διάσταση της εδαφικής επέκτασης και περιορίστηκαν μόνο στην αφομοίωση των πρώην αλύτρωτων ως κατοί­κων των Νέων Χωρών ή ως προσφύγων πια και την επίτευξη εθνικής ομοιογένειας και μιας νέας εθνικής ταυτότητας μέσα στα οριστικά πλέον κρατικά σύνο­ρα. Όπως υπογραμμίζει ο Γ. θ. Μαυρογορδάτος «κατά την πρώτη ηρωική πε­ρίοδο του βενιζελισμού (1910-1920), ο αστικός εκσυγχρονισμός συναρθρώ­θηκε με τον αλυτρωτισμό, με ιδεολογικό επιστέγασμα τη Μεγάλη Ιδέα. Κατά τη δεύτερη περίοδο (1922-1932), ο αστικός εκσυγχρονισμός συναρθρώθηκε με την οικοδόμηση ενιαίου εθνικού κράτους, με ιδεολογικό επιστέγασμα την Αβασίλευτη Δημοκρατία στην οποία ο Βενιζελισμός επιχείρησε να προσδώσει ευρύτερο ιδεολογικό και κοινωνικό περιεχόμενο».
Ο Βενιζέλος δεν ήταν μόνος στη διαδικασία διαμόρφωσης και υλοποίησης των νέων επιλογών. Συσπείρωσε γύρω του μια δραστήρια αστική τάξη που ε­ξακολουθούσε ακόμα να πλουτίζει σε όλη τη λεκάνη της ανατολικής Μεσογεί­ου και που φιλοδοξούσε να κυριαρχήσει και πολιτικά στο χώρο όπου άπλωνε τις οικονομικές της δραστηριότητες. Κατά την περίοδο αυτή, υπήρχε ακόμα ι­σχυρή ελληνική οικονομική παρουσία στα λιμάνια της Νότιας Ρωσίας, στη λεκάνη του Δούναβη και το εσωτερικό της Ρουμανίας, στον Πόντο και τα μικρα­σιατικά παράλια, στην Κωνσταντινούπολη και τη Σμύρνη, τη Θεσσαλονίκη, την Αίγυπτο, το Σουδάν, την Αλεξάνδρεια. Όλος αυτός ο πλούτος μπορούσε να διασφαλιστεί μόνο μέσα από τη δημιουργία ενός ισχυρού εθνικού κέντρου, μιας περιφερειακής δύναμης ικανής να παρεμβαίνει και να προστατεύει τα συμφέροντα των πολιτών της. Επρόκειτο για ένα αίτημα αρκετά κρίσιμο, σε μια εποχή κατά την οποία πολλά εθνικιστικά κινήματα έκαναν αισθητή την παρου­σία τους. Για τους λόγους αυτούς η Μεγάλη Ιδέα και οι προϋποθέσει της, ο εκ­συγχρονισμός του κράτους, αποτέλεσαν ισχυρά ιδεολογικά, πολιτικά και οικο­νομικά ερείσματα για τη διεκδίκηση της Μεγάλης Ελλάδας με πιθανότητες επι­τυχίας. Χαρακτηριστικό είναι ότι στα χρόνια αυτά της μεγάλης προσπάθειας οι προϋπολογισμοί του κράτους ήταν συνήθως πλεονασματικοί. Το 1911 τα έσο­δα του προϋπολογισμού ήταν 240.000.000 και τα έξοδα μόνο 181.000.000 δραχμές, παρά τις αυξημένες στρατιωτικές δαπάνες.

επιμέλεια: Αραούζου Κυριακή

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Related Posts Plugin for WordPress, Blogger...