Κυριακή, 20 Μαρτίου 2011

Μαρία Πολυδούρη, Μόνο γιατί μ' αγάπησες: ανάλυση του ποιήματος


ΒΙΟΓΡΑΦΙΚΑ ΣΤΟΙΧΕΙΑ

Γεννήθηκε την   Απριλίου 1902 και ήταν κόρη του φιλόλογου Ευγένιου Πολυδούρη και της Κυριακής Μαρκάτου, μιας γυναίκας με πρώιμες φεμινιστικές αντιλήψεις. Ολοκλήρωσε τις γυμνασιακές της σπουδές στην Καλαμάτα ενώ είχε φοιτήσει σε σχολεία του Γυθείου και των Φιλιατρών.
Στα γράμματα εμφανίστηκε σε ηλικία 14 ετών με το πεζοτράγουδο "Ο πόνος της μάνας". Αναφέρεται στο θάνατο ενός ναυτικού που ξέβρασαν τα κύματα στις ακτές των Φιλιατρών και είναι επηρεασμένο από τα μοιρολόγια που άκουγε στη Μάνη. Στα 16 της διορίστηκε στη Νομαρχία Μεσσηνίας και παράλληλα εξέφρασε ζωηρό ενδιαφέρον για το γυναικείο ζήτημα. Το 1920, σε διάστημα σαράντα ημερών, έχασε και τους δύο γονείς της.
Το 1921 μετατέθηκε στη Νομαρχία Αθηνών και παράλληλα ενεγράφη στη Νομική Σχολή του Πανεπιστημίου Αθηνών. Στην υπηρεσία της εργαζόταν και ο ομότεχνός της Κώστας Καρυωτάκης. Γνωρίστηκαν και μεταξύ τους αναπτύχθηκε ένας σφοδρός έρωτας που μπορεί να κράτησε λίγο, αλλά επηρέασε καθοριστικά τη ζωή και το έργο της.
Συναντήθηκαν για πρώτη φορά τον Ιανουάριο του 1922. Η Μαρία ήταν τότε 20 ετών ενώ ο Καρυωτάκης 26. Εκείνη είχε δημοσιεύσει κάποια πρωτόλεια ποιήματα ενώ εκείνος είχε εκδώσει δύο ποιητικές συλλογές, τον "Πόνο των ανθρώπων και των πραμάτων" (1919) και τα "Νηπενθή" (1921) και είχε ήδη κερδίσει την εκτίμηση κάποιων κριτικών και ομότεχνών του. Το καλοκαίρι του 1922 ο Καρυωτάκης ανακάλυψε ότι έπασχε από σύφιλη, μία νόσο που τότε ήταν ανίατη και αποτελούσε κοινωνικό στίγμα. Ενημέρωσε αμέσως την αγαπημένη του Μαρία και της ζήτησε να χωρίσουν. Εκείνη του πρότεινε να παντρευτούν χωρίς να κάνουν παιδιά, όμως εκείνος ήταν πολύ περήφανος για να δεχτεί τη θυσία της. Η Μαρία αμφέβαλε για την ειλικρίνειά του και θεώρησε ότι η ασθένειά του ήταν πρόσχημα του εραστή της για να την εγκαταλείψει.
Το 1924 μπήκε στη ζωή της ο δικηγόρος Αριστοτέλης Γεωργίου, που μόλις είχε επιστρέψει από το Παρίσι. Ήταν νέος, ωραίος και πλούσιος και η Πολυδούρη τον αρραβωνιάστηκε στις αρχές του 1925. Η Μαρία όμως αγαπούσε πάντα τον Καρυωτάκη. Παρά την αφοσίωση του  αρραβωνιαστικού της, η Πολυδούρη δεν μπορούσε να συγκεντρωθεί σοβαρά σε καμία δραστηριότητα. Έχασε τη δουλειά της στο δημόσιο μετά από αλλεπάλληλες απουσίες και εγκατέλειψε τη Νομική. Φοίτησε στη Δραματική Σχολή του Εθνικού Θεάτρου και μάλιστα πρόλαβε να εμφανιστεί ως ηθοποιός σε μία παράσταση.
Το καλοκαίρι του 1926 διέλυσε τον αρραβώνα της και έφυγε για το Παρίσι. Σπούδασε ραπτική αλλά δεν πρόλαβε να εργαστεί γιατί προσβλήθηκε από φυματίωση. Επέστρεψε στην Αθήνα και συνέχισε τη νοσηλεία της στη "Σωτηρία" όπου έμαθε για την αυτοκτονία του πρώην εραστή της Κώστα Καρυωτάκη. Τον ίδιο χρόνο κυκλοφόρησε την πρώτη της ποιητική συλλογή "Οι τρίλιες που σβήνουν" και το 1929 τη δεύτερη, "Ηχώ στο χάος". Η Πολυδούρη άφησε δύο πεζά έργα, το Ημερολόγιό της και μία ατιτλοφόρητη νουβέλα με την οποία σαρκάζει ανελέητα το συντηρητισμό και την υποκρισία της εποχής της. Η φυματίωση όμως τελικά την κατέβαλε και, τα ξημερώματα της 29ης Απριλίου 1930 άφησε την τελευταία της πνοή στην Κλινική Χρηστομάνου.


ΤΟ ΕΡΓΟ ΤΗΣ

Η Μαρία Πολυδούρη ανήκει στη γενιά του 1920, που καλλιέργησε το αίσθημα του ανικανοποίητου και της παρακμής. Ο έρωτας και ο θάνατος είναι ο δύο άξονες γύρω από τους οποίους περιστρέφεται η ποίησή της. Είναι μεστή από πηγαίο λυρισμό που ξεσπά σε βαθιά θλίψη και κάποτε σε σπαραγμό, με εμφανείς επιδράσεις από τον έρωτα της ζωής της Κώστα Καρυωτάκη αλλά και τα μανιάτικα μοιρολόγια. Οι συναισθηματικές και συγκινησιακές εξάρσεις της Πολυδούρη καλύπτουν συχνά κάποιες τεχνικές αδυναμίες και στιχουργικές ευκολίες του έργου της. Ο Κ. Σεργιόπουλος έχει πει για την Πολυδούρη: "Η Μαρία Πολυδούρη έγραφε τα ποιήματά της όπως και το ατομικό της ημερολόγιο. Η μεταστοιχείωση γινόταν αυτόματα και πηγαία {...}, γι’ αυτήν η έκφραση εσήμαινε κατ' ευθείαν μεταγραφή των γεγονότων του εσωτερικού της κόσμου στην ποιητική γλώσσα με όλες τις γενικεύσεις και τις υπερβολές, που της υπαγόρευε η ρομαντική της φύση...".

Η ΚΡΙΤΙΚΗ ΓΙΑ ΤΟ ΕΡΓΟ ΤΗΣ ΠΟΛΥΔΟΥΡΗ

"Συνήθως η αυθορμησία είναι το έδαφος της πρώτης ύλης, που έρχεται άμεσα από την ψυχή μαζί με τη φωνή, η ίδια φυσική φωνή ως φορέας συναισθημάτων. Χρειάζεται πάντα και κάτι άλλο για να γίνει ποίηση αυτή η πρώτη ύλη. Χρειάζεται τέχνη, που θα μετουσιώσει την ύλη σε μουσική, αφού την απαλλάξει από το βάρος της ζωτικής ανάγκης, που την κρατεί στο επίπεδο των συναισθηματικών εκκενώσεων. Και όμως η ποίηση της Μαρίας Πολυδουρη μοιάζει να' ναι ευθύς αμέσως έτοιμη, χωρίς να 'χει ανάγκη να υποστεί αυτή την αλλοίωση και διαμόρφωση, σάμπως ο παράγων Τέχνη να 'ναι σύμφυτος με την ύλη και βγαίνει μαζί της με τη φωνή. Κινδυνεύει να μην είναι αποτέλεσμα από τη διαμορφωτική ενέργεια του πνεύματος, αλλά κατάσταση ψυχής."

"Το βλέπει κανείς πως η ποίηση αυτή είναι σκέτη, απλή ομιλία και εξομολόγηση" (Γιώργος Θέμελης)

Τα ίδια, περίπου, παρατηρεί και ο Κώστας Στεργιόπουλος:
"Γιατί η Πολυδούρη έγραφε τα ποιήματά της όπως και το ατομικό της ημερολόγιο. Η μεταστοιχείωση γινόταν αυτόματα και πηγαία. Κι αν στους περισσότερους της νεορομαντικής σχολής το βιωματικό στοιχείο - τόσο κυριαρχικό σε όλους τους - ήταν μια πρώτη ύλη που περνούσε από διαδοχικές διαφοροποιήσεις, ώσπου να φτάσει στο ποίημα, γι' αυτήν η έκφραση εσήμαινε κατ' ευθείαν μεταγραφή των γεγονότων του συναισθηματικού της κόσμου στην ποιητική γλώσσα της εποχής, με όλες τις εξιδανικεύσεις, τις ωραιοποιήσεις και τις υπερβολές, που της υπαγόρευε η ρομαντική της φύση κι η ατμόσφαιρα του περιβάλλοντος."

Αλλά και ο Τέλλος Άγρας:
"Η ποιητική γλώσσα και η ομοιοκαταληξία της Πολυδούρη ως και η στιχουργία αυτής, παρόλην την ποικιλίαν των ευχερώς χρησιμοποιηθέντων ρυθμών, από της οποίας μετέστη, τέλος εις τον ελεύθερον στίχον, χαρακτηρίζεται υπό φυσικότητος. "

" Η ποιητική έκφραση είναι γι’ αυτήν ζωτική ανάγκη, γιατί λειτουργεί σαν πράξη λύτρωσης από τα πάθη της, σαν απαραίτητη προϋπόθεση για την ψυχική της ηρεμία. Μπροστά σ’ αυτή την επιτακτική ανάγκη έκφρασης, τα ζητήματα τεχνικής περνούν σε δεύτερη μοίρα.

Αδυνατεί και, κυρίως, αδιαφορεί να υποτάξει το χειμαρρώδη λυρισμό της σε συμμετρικά σχήματα" (Τέλλος Άγρας).

ΙΔΙΑΙΤΕΡΑ ΧΑΡΑΚΤΗΡΙΣΤΙΚΑ ΤΗΣ ΠΟΙΗΣΗΣ ΤΗΣ ΠΟΛΥΔΟΥΡΗ
1.    Εντάσσεται στο λογοτεχνικό κλίμα του μεσοπολέμου. Σταθμός αυτής της περιόδου είναι η μικρασιατική καταστροφή του 1922, που ναυάγησε τις ελπίδες και τα όνειρα του νεότερου ελληνισμού.
2.    Τοποθετείται χρονικά στους επιγόνους της νεορομαντικής σχολής και συμπορεύθηκε με τη γενιά του Καρυωτάκη.
3.    Το βιωματικό υλικό στάθηκε η αποκλειστική πηγή έμπνευσής της και μεταγραφόταν αυτούσιο άμεσα στην ποίησή της.
4.    Είναι φύσει και θέσει ρομαντική, αυθεντική, πρωτότυπη, γνήσια.
5.    Αδιαφορεί να υποτάξει τον χειμαρρώδη λυρισμό της σε συμμετρικά σχήματα. Αυτό που διασώζει την ποίησή της είναι η γνησιότητα του πάθους, που οδηγεί συχνά σε ανεπανάληπτες δραματικές κορυφώσεις και η μουσικότητα του στίχου που αποδίδει τις συναισθηματικές μεταπτώσεις.
6.    Η λυτρωτική λειτουργία της ποίησης βοηθά την Πολυδούρη να βρει διέξοδο στο εκρηκτικό πάθος της, το οποίο εκδηλώνεται σε δύο άξονες: τον έρωτα και τον θάνατο.

ΦΙΛΟΛΟΓΙΚΗ ΕΝΤΑΞΗ ΤΟΥ ΠΟΙΗΜΑΤΟΣ
Ανήκει στη συλλογή «οι τρίλιες που σβήνουν», η οποία δημοσιεύθηκε το 1928.(Τρίλια είναι το κελάηδημα ή η γρήγορη εναλλαγή δύο συνεχόμενων φθόγγων στη μουσική ορολογία).
Αποτελεί μια λυρική ελεγεία στην οποία η Πολυδούρη υμνεί την αγάπη που ένιωσε για κάποιον. Αν και το πρόσωπο δεν προσδιορίζεται, καταλαβαίνουμε ότι πρόκειται για τον μεγάλο της έρωτα, τον ποιητή Κώστα Καρυωτάκη.

ΔΟΜΗ ΤΟΥ ΠΟΙΗΜΑΤΟΣ
Το ποίημα αποτελείται από πέντε στροφές και κάθε μια είναι δυνατό να θεωρηθεί ως ξεχωριστή ενότητα.

Πρώτη στροφή (στίχοι 1-5):
Δεν τραγουδώ, παρά γιατί μ’ αγάπησες:
Η ποιήτρια ορίζει το κίνητρο και τον στόχο του ποιήματος.
Κίνητρο είναι η αγάπη και στόχος η εξωτερίκευσή της. Αυτή η αγάπη συνεχίζεται σε όλες τις εποχές, την οδηγεί σε συναισθηματική πληρότητα και μετουσιώνεται σε τραγούδι. Η Πολυδούρη ομολογεί ότι γράφει, γιατί κάποτε αγαπήθηκε. Η αγάπη καταξιώνει την ποιητική τέχνη.

Δεύτερη στροφή (στίχοι 6-10):
Μόνο γιατί με κράτησες στα χέρια σου έχω ένα ρίγος στην ψυχή μου ακόμα:
Εδώ αποσαφηνίζεται το είδος της αγάπης, που είναι η ερωτική αγάπη. Ένα άγγιγμα κι ένα φιλί αναστάτωσαν την ύπαρξη της ποιήτριας και χάραξαν την ψυχή της ανεξίτηλα. Η δύναμη του έρωτα που καθόρισε το παρελθόν της, εξακολουθεί να καθορίζει το παρόν και προφανώς θα καθορίζει το μέλλον της.

Τρίτη στροφή (στίχοι 11-15):
Μόνο γιατί τα μάτια σου με κοίταξαν περήφανα στολίστηκα το υπέρτατο της ύπαρξής μου στέμμα:
Το πέρασμα από την αίσθηση της αφής στην αίσθηση της όρασης, της καταλυτικής επίδρασης του ερωτικού βλέμματος. Το ερωτικό βλέμμα είναι ο κρυφός κώδικας επικοινωνίας ανάμεσα σε δυο αγαπημένους. Μέσα από ένα τέτοιο βλέμμα η ποιήτρια βίωσε την καταξίωση της ύπαρξής της, τη δικαίωση, την ευτυχία και την εσωτερική πληρότητα.

Τέταρτη στροφή (στίχοι 16-20):
Μόνο γιατί μ αγάπησες γεννήθηκα, γι αυτό η ζωή μου εδόθη:
Η βίωση του έρωτα γίνεται αυτοσκοπός. Η συνάντηση με το ερωτικό «εσύ» έδωσε νόημα στην άχαρη ζωή της ποιήτριας, προσφέροντας την πλήρωση.

Πέμπτη στροφή (στίχοι 21-25):
Μονάχα γιατί τόσο ωραία μ αγάπησες έζησα … κι έτσι γλυκά πεθαίνω:
Η αγάπη εξιδανικεύεται, η ποιήτρια μυθοποιεί όχι μόνον τα συναισθήματα του αγαπημένου της, αλλά και τον ίδιο. Ο έρωτας προβάλλεται θεοποιημένος. Με τον θάνατο του καλού της βαδίζει και η ποιήτρια στο τέλος, μα καθώς αισθάνεται ότι έχει βιώσει το ύψιστο προνόμιο ν’ αγαπήσει και ν’ αγαπηθεί, φεύγει ανώδυνα και ο θάνατος γίνεται πιο εύκολα αποδεκτός.

ΓΛΩΣΣΑ - ΥΦΟΣ ΠΟΙΗΜΑΤΟΣ

Το ποίημα είναι γραμμένο σε ζωντανή και άμεση δημοτική γλώσσα.
Το ύφος διακρίνεται για τη σαφήνεια και απλότητά του, αλλά και τον εξομολογητικό του χαρακτήρα.
Ο ρυθμός και ο τόνος του ποιήματος είναι μουσικός, γιατί έτσι εξυπηρετείται η ανάγκη της ποιήτριας να εκφράσει τα έντονα συναισθήματά της μουσικά.

METΡΟ ΤΟΥ ΠΟΙΗΜΑΤΟΣ

Ιαμβικό μέτρο υπάρχει στο ποίημα, γιατί ενδείκνυται καλύτερα σ ένα ποίημα που αποτελεί ύμνο στον έρωτα.
Η επανάληψη του πρώτου στίχου στον πέμπτο λειτουργεί ως επωδός, ενώ με την εναλλαγή δωδεκασύλλαβων, επτασύλλαβων και ενδεκασύλλαβων στίχων αποτρέπεται η μονοτονία και εξασφαλίζεται μουσική ποικιλία.


Η ΛΕΙΤΟΥΡΓΙΑ ΤΟΥ ΔΕΥΤΕΡΟΥ ΠΡΟΣΩΠΟΥ:

1.    Προσδίδει αμεσότητα και παραστατικότητα.
2.    Κάνει το ποίημα να μοιάζει με ημερολόγιο, ερωτική επιστολή ή ερωτικό διάλογο.
3.    Δεν γίνεται αόριστα λόγος για την αγάπη, αλλά η ποιήτρια απευθύνεται σε κάποιον συγκεκριμένα.
4.    Το ποίημα κερδίζει σε λυρισμό.

Η ΣΤΡΑΤΗΓΙΚΗ ΤΗΣ ΕΜΜΕΣΗΣ ΕΞΟΜΟΛΟΓΗΣΗΣ:

Η ποιήτρια αναφέρεται συνεχώς στην αγάπη εκείνου προς αυτήν και τονίζει πως αυτή η αγάπη έδωσε νόημα και δικαίωσε τη ζωή της. Δεν μιλά καθόλου για τη δική της αγάπη. Μιλώντας για την αγάπη εκείνου προς αυτήν, εκφράζει σε αντανάκλαση τη δική της αγάπη για κείνον. Μάλιστα εκείνος που την αγάπησε δεν ζει πια. Και αυτή η έμμεση μετά θάνατον ερωτική εξομολόγηση αποτελεί τη βασική στρατηγική της ποιητικής έκφρασης μέσα στο ποίημα.

ΤΑ ΕΚΦΡΑΣΤΙΚΑ ΜΕΣΑ

1.Οι μεταφορές στους στίχους 9, 14, 23:
Έχω ένα ρίγος στην ψυχή, της ύπαρξής μου στέμμα, ωραίε που βασίλεψες.
2.Η παρομοίωση στον στίχο 8:
Ωραία σαν κρίνο ολάνοιχτο
3.Οι επαναλήψεις (αναδίπλωση) στους στίχους 1 και 5, 6 και 10, 11 και 15, 16 και 20, 21 και 25
4.Η ποιητική αποστροφή στον στίχο 23: ωραίε
5.Οι εικόνες στους στίχους 3-5 και 6-8
6.Το σχήμα συνεκδοχής στον στίχο 11: τα μάτια σου με κύτταξαν

Η ΕΠΑΝΑΛΗΨΗ ΤΗΣ ΛΕΞΗΣ ΜΟΝΟ
Η λέξη «μόνο» επαναλαμβάνεται 7 φορές μέσα στο ποίημα. Με τον τρόπο αυτό η Πολυδούρη επιδιώκει να παρουσιάσει τον έρωτά της ως την πηγή της ολοκλήρωσης και της ευτυχίας.

ΤΑ ΠΟΙΗΜΑΤΑ ΤΗΣ ΠΟΛΥΔΟΥΡΗ ΚΑΙ Ο ΑΝΑΓΝΩΣΤΗΣ

Δεν ξέρουμε αν η ίδια η ποιήτρια είχε συνείδηση της εξαιρετικής οξύτητας των ερωτικών της κραυγών. Προπάντων, αν είχε σκεφτεί άμεσα τον αναγνώστη, μ’ άλλα λόγια για τη φήμη. Ο συνηθισμένος τύπος του λογοτέχνη είναι εκείνος που ζει για να γράφει. Εκείνος δηλαδή, για τον οποίο τα ίδια τα πάθη αποκτούν αξία μόνο τη στιγμή που θα βρουν έκφραση καλλιτεχνική. Η Πολυδούρη όμως ζει για να ζήσει. Κι όταν χαράζει στο χαρτί τους στίχους της, δεν αποβλέπει στον αναγνώστη αλλά στην ίδια τη δική της ανάγκη να δώσει στο ηφαίστειό της διέξοδο.
[ … ] Παρ’ όλα αυτά νομίζω πως φτάνει να αγγίξουμε με το δάχτυλο την πληγή της Πολυδούρη για να νιώσουμε να μας διαπερνάει το ρίγος που έκανε και την ίδια να βγάζει αυτές τις κραυγές.
Πότε άλλοτε η ποίηση μας ανέβασε σε τέτοιες κορυφές ερωτικής απελπισίας;
Γιάννης Χατζίνης

Η ΧΡΗΣΗ ΤΟΥ ΑΟΡΙΣΤΟΥ

Η επιλογή της ποιήτριας να τοποθετήσει ορισμένα ρήματα σε αόριστο χρόνο γίνεται για να δείξει το πέρας της ερωτικής σχέσης. Ακόμη κι αν εξακολουθεί να δέχεται τις ευεργετικές επιδράσεις του εξιδανικευμένου της έρωτα, η αγάπη που υμνεί έζησε στο παρελθόν.

 
ΣΥΜΠΕΡΑΣΜΑ
Πρόταση του ποιήματος αποτελεί ο σύνδεσμος της ζωής με την ποίηση. Ένας σύνδεσμος που γίνεται δυνατός με τη μεσολάβηση του έρωτα. Με το έρωτα η ζωή ολοκληρώνεται και από τον έρωτα προκαλείται η ποίηση, που έχει ως λόγο ύπαρξης την έκφραση του έρωτα. Μέσα στο σχήμα της ταύτισης της ζωής με το ποιητικό έργο, η ζωή αποτελεί πρωταρχική αξία. Η ποιήτρια πιστεύει στη δύναμη και ειλικρίνεια του συναισθήματος, το οποίο αποδίδεται με ένταση ,αλλά χωρίς οξύτητα.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Related Posts Plugin for WordPress, Blogger...