Παρασκευή, 18 Μαρτίου 2011

Ευθανασία: ανάλυση της έννοιας

Προσδιορισμός της έννοιας
Είναι ο ανώδυνος θάνατος που προκαλείται είτε ενεργητικά είτε παθητικά, σε ανιάτως πάσχοντες που υποφέρουν. Ενεργητικά, με τη χορήγηση φαρμάκων που επιφέρουν το θάνατο και παθητικά, με την άρση της χορήγησης φαρμάκων ή της μηχανικής υποστήριξης που κρατούν ζωντανό τον ασθενή.

Προϋποθέσεις υπό τις οποίες μπορεί να γίνει αποδεκτό το αίτημα για ευθανασία.
  • ο ασθενής να πάσχει από ανίατη ασθένεια και χωρίς ελπίδα επανόδου
  • να ζει μέσα σε φρικτούς πόνους ή να ζει με τρόπο που να διασύρει την αξιοπρέπειά του
  • να είναι σε θέση ο ασθενής να το ζητήσει ο ίδιος
  • να το ζητήσουν οι συγγενείς του ασθενούς και να αποδειχθεί ότι δεν υπάρχει καμιά υστεροβουλία στο αίτημά τους
Πτυχές του θέματος:
α) ηθικές
   οι επικριτές της ευθανασίας τονίζουν ότι κανείς δεν μπορεί να αποφασίσει και να θέσει τέρμα στη ζωή άλλου προσώπου
   η ζωή μας δόθηκε και πρέπει να τη σεβόμαστε
   οι υποστηρικτές της ευθανασίας θεωρούν ανήθικο να εμποδίζεται κανείς να δώσει  τέλος στους αφόρητους πόνους και στην κακή ποιότητα ζωής που βιώνει ως ασθενής
β) πολιτικές
   οι υποστηρικτές λένε ότι είναι ανθρώπινο δικαίωμα να επιλέγει κανείς το θάνατο από την αναξιοπρεπή ζωή την οποία του επιβάλλει μία ανίατη ασθένεια
   οι αντίθετοι λένε ότι καμιά πολιτική απόφαση δεν μπορεί να εξασφαλίζει το δικαίωμα να θέλει κανείς να θέσει τέρμα στη ζωή του με τη συνέργεια τρίτων
γ) κοινωνικές
   η τυχόν νομιμοποίηση της ευθανασίας μπορεί να ανοίξει τον ασκό του Αιόλου λ.χ. να εφαρμόζεται ευθανασία σε υπερήλικες με τη δικαιολογία ότι διατηρούνται στη ζωή σε βάρος του συστήματος υγείας ή, ακόμη, συγγενείς να δωροδοκούν γιατρούς κλπ

ΣΗΜΕΙΩΣΗ: Σήμερα, εφαρμόζεται ευθανασία στο Βέλγιο και στην Ολλανδία αλλά οι όροι για αποδοχή του αιτήματος είναι αυστηρότατοι:
       το αίτημα γίνεται από τον ασθενή
       οι γιατροί βεβαιώνουν ότι η κατάσταση του ασθενούς είναι μη αναστρέψιμη
       παρών είναι και μέλος της Επιτροπής Βιοηθικής της χώρας

Στην Ελλάδα δεν επιτρέπεται η ευθανασία. Το Σύνταγμα προστατεύει το αγαθό της ζωής μέχρι το έσχατο τέλος ανεξαρτήτως συνθηκών. Επομένως, για την εφαρμογή του μέτρου απαιτείται αλλαγή στο Σύνταγμα. Η Ευρωπαϊκή Ένωση ενώ απέρριψε την ευθανασία, τελευταία φαίνεται να είναι διατεθειμένη να το ξανασυζητήσει.

 ΑΡΘΡΑ


Τι είναι η ευθανασία;
Αρχίζοντας με τον ορισμό «ευθανασία», ο οποίος είναι ένας διεθνής όρος και προέρχεται από τις ελληνικές λέξεις «ευ» και «θάνατος». Ερμηνεύεται ως ο ήρεμος και αξιοπρεπής θάνατος του ανθρώπου. Στη σημερινή εποχή η ευθανασία έχει την έννοια του ανώδυνου θανάτου, που στοχεύει να μην βασανίζονται οι ασθενείς που βρίσκονται στο τελικό στάδιο της ζωής τους ή σε μια επώδυνη μη αναστρέψιμη κατάσταση της υγείας τους. Με τον όρο ευθανασία εννοούμε τον ανώδυνο θάνατο.

Έχει όμως και την έννοια του ένδοξου, καλού θανάτου. Αναφέρεται στην προσφορά βοήθειας από ευσπλαχνία, και συμπόνια που αποσκοπούν στην πρόκληση ή επίσπευση του θανάτου. Για αυτό το λόγο ονομάζεται και θάνατος από ευσπλαχνία (mercy killing).

Ο όρος ευθανασία δημιουργήθηκε απ' τον Άγγλο φιλόσοφο Φράνσις Μπέικον (Francis Bacon), ο οποίος έγραψε ότι «το έργο της ιατρικής είναι η αποκατάσταση της υγείας και η καταπράυνση των πόνων, όχι μόνο όταν η καταπράυνση αυτή μπορεί να οδηγήσει στη θεραπεία, αλλά και όταν μπορεί να εξασφαλίσει έναν εύκολο και γαλήνιο θάνατο». Η θέση αυτή έφερε στο προσκήνιο πολλές διαμάχες που έγιναν οξύτερες τα τελευταία χρόνια. Αρχικά η θέση αυτή στάθηκε αντιμέτωπη στη χριστιανική διδασκαλία, σύμφωνα με την οποία μόνον ο Θεός μπορεί να διαθέσει τη ζωή και τον θάνατο, και αφού ο πόνος έχει κάποια αξία για τη σωτηρία της ψυχής, σε κανένα δεν επιτρέπεται να συντομεύσει τους πόνους.

Παρόλα αυτά τα τελευταία χρόνια έγιναν προσπάθειες για τη νομιμοποίηση της ευθανασίας με δικαιολογητικά τον οίκτο προς τον άνθρωπο που υποφέρει, την θυσία για χάρη του κοινωνικού συνόλου και την απαξία της ζωής. Και πάλι όμως στους ισχυρισμούς αυτούς προκύπτει το ερώτημα αν ο άνθρωπος, ειδικός ή όχι, έχει δικαίωμα να επιβουλεύεται τη ζωή του συνανθρώπου του και να του δώσει ένα τέλος εύκολο και γαλήνιο;

Ηθικό πρόβλημα προκύπτει, επίσης, όταν κάποιος πάσχων από ανίατη νόσο ζητήσει ο ίδιος να του επιβληθεί ευθανασία: Ο θεράπων ιατρός επιτρέπεται (με την ηθική και όχι με την αυστηρά νομική) έννοια να πράξει ανάλογα, συναινώντας στην κατ' απαίτηση του πάσχοντος ευθανασία; Το ζήτημα παραμένει τόσο ηθικά όσο και νομικά, ανοικτό. Η ευθανασία απασχολεί την σύγχρονη βιοηθική, νομική, ιατρική, νοσηλευτική, αλλά και γενικότερα την κοινωνία διότι εγείρονται διάφορα θεμελιώδη ηθικά ζητήματα. Μερικά ερωτήματα που προκύπτουν είναι:

  • Έχει ένα άτομο το δικαίωμα να επιλέξει ένα πρόωρο θάνατο;
  • Ποιος είναι ηθικά υπεύθυνος για την πράξη αυτή; Το ίδιο το άτομο που επιθυμεί την ευθανασία; Ο ιατρός ή ο νοσηλευτής που θα βοηθήσουν το άτομο να θέσει τέρμα στη ζωή του;
  • Θα πρέπει η ποιότητα ζωής να αποτελεί κριτήριο για την διακοπή φαρμακευτικής αγωγής;
  • Έχουν δικαίωμα οι ασθενείς να αρνηθούν την θεραπευτική τους αγωγή με στόχο τον τερματισμό της ζωής τους;

Ποια τα είδη της ευθανασίας;

Τα είδη ευθανασίας σύμφωνα με τη βιοηθική είναι:

  1. Εκούσια Ευθανασία - Voluntary Euthanasia: Το άτομο στην εκούσια ευθανασία διατυπώνει ρητά την θέληση του για τερματισμό της ζωής του.
  2. Μη εκούσια Ευθανασία - Non Voluntary Euthanasia: Το άτομο δεν είναι σε θέση να υποστηρίξει την απόφαση για ευθανασία και για τον λόγο αυτό είναι αμφίβολη η γνώμη του.
  3. Ακούσια Ευθανασία - Involuntary Euthanasia: Ο ασθενής εκφράζει κάποια στιγμή στο παρελθόν την επιθυμία να διατηρηθεί στη ζωή με όλα τα μέσα ανεξάρτητα με την κατάσταση της υγείας του.

Τα παραπάνω είδη ευθανασίας χωρίζονται σε δύο μέρη:

  • Ενεργητική Ευθανασία- Active Euthanasia: Το ιατρικό – παραϊατρικό προσωπικό δρα ενεργώς και εμπράκτως χορηγώντας στον ασθενή την κατάλληλη ουσία ώστε να επέλθει ο θάνατος.
  • Παθητική Ευθανασία - Passive Euthanasia: Ο ιατρός αποσύρει την φαρμακευτική, ιατρική αγωγή από τον ασθενή ώστε να επέλθει ο θάνατος σταδιακά εξαιτίας της απουσίας της ιατρικής υποστήριξης.

Θα αναφερθούμε μόνο στις περιπτώσεις της παθητικής Ευθανασίας - Passive Euthanasia. Οι περιπτώσεις της παθητικής ευθανασίας είναι:


1. Do not resuscitate orders (DNR) (μη ανάταξη καρδιακής ανακοπής) : Είναι η περίπτωση όπου ο ασθενής δεν έχει πιθανότητα επιβίωσης και ο θάνατος επίκειται εντός ημερών και ο ιατρός ή η ιατρική ομάδα αποφασίζουν ότι στις περιπτώσεις καρδιακής ή αναπνευστικής ανακοπής δεν θα γίνουν προσπάθειες ανάταξης. Σε αυτές τις περιπτώσεις τα ερωτήματα που προκύπτουν είναι:

  • Ποιοι είναι υπεύθυνοι για αυτή την απόφαση;
  • Είναι νομικά επιτρεπτό να ακολουθήσουν τις οδηγίες για Do not resuscitate orders (DNR) οι νοσηλευτές;
  • Σε αυτή την απόφαση είναι ενήμερη οι οικογένεια του ασθενή;
  • Είναι απαραίτητη η συγκατάθεση από την οικογένεια του ασθενή;
  • Είναι σύμφωνη όλη η ιατρική ομάδα με αυτή την απόφαση;

2. Απόσυρση θεραπευτικής αγωγής η οποία κρατά στη ζωή τον ασθενή –
(Withdrawal of life-sustaining treatment). Είναι η απόσυρση θεραπευτικής αγωγής που κρατά στη ζωή τον ασθενή σε περιπτώσεις όπου δεν υπάρχει πιθανότητα επιβίωσης. Σε αυτές τις περιπτώσεις τα ερωτήματα που προκύπτουν είναι:

  • Είναι ηθικά επιτρεπτό να αποσύρεται η θεραπευτική αγωγή από τον ασθενή όταν δεν υπάρχει πιθανότητα επιβίωσης;
  • Πότε αποφασίζεται η απόσυρση θεραπευτικής αγωγής;
  • Έχουν εξεταστεί όλα τα πιθανά κριτήρια και ο ασθενής δεν έχει πιθανότητα επιβίωσης;
  • Τι γίνεται με την ανακουφιστική αναλγητική αγωγή; Ο ασθενής θα πεθάνει με οδυνηρό τρόπο;
  • Οι συγγενείς είναι πλήρως ενήμεροι για αυτή την απόφαση και έχουν δώσει την συγκατάθεση τους;
  • Πως νιώθουν οι νοσηλευτές που φροντίζουν αυτούς τους ασθενείς;
  • Είναι ηθικά έτοιμοι και συμφωνούν με την απόφαση των ιατρών για την απόσυρση της θεραπευτικής αγωγής;
  • Πως αντιμετωπίζουν τους στενούς συγγενείς και το οικογενειακό περιβάλλον του ασθενή με τους οποίους έχουν δεθεί όλο το χρονικό διάστημα της νοσηλείας του ασθενή;

Η αξία της ανθρώπινης ζωής κυριαρχεί σε όλες τις θρησκείες και σε όλα τα έθνη  και η αφαίρεση της αποτελεί ένα από τα μεγαλύτερα αμαρτήματα. Οι νοσηλευτές έχουν καθήκον την προαγωγή υγείας, την φροντίδα των ασθενών και την ανακούφιση του πόνου. Στις περιπτώσεις που υπάρχουν οδηγίες για DNR και απόσυρση μη ανακουφιστικής αγωγής, οι νοσηλευτές έχουν το δικαίωμα της αυτονομίας.


Εάν είναι ενάντια στα πιστεύω και τις αντιλήψεις τους, θα πρέπει να έχουν το δικαίωμα της άρνησης και την μετάθεσης της φροντίδας του ασθενή σε άλλο νοσηλευτή. Θα πρέπει να υπάρχει μια συνεργασία μεταξύ νοσηλευτών και ιατρών, οι οδηγίες να είναι γραμμένες από τον θεράποντα ιατρό και να είναι ενήμεροι οι στενοί συγγενείς του πάσχοντα. Θα πρέπει να υπάρχουν ειδικά έγγραφα όπου να ενημερώνονται οι συγγενείς και να υπογράφουν συγκατάθεση.


Με βάση τις αρχές βιοηθικής θα πρέπει να εξετάζονται εξατομικευμένα για κάθε ασθενή.

  • Αυτονομία - εάν ο ασθενής έχει τις αισθήσεις του να έχει το δικαίωμα να λαμβάνει ο ίδιος τις αποφάσεις που αφορούν την υγεία του, ή σε περίπτωση που δεν είναι σε θέση να το πράξει ο ίδιος, τις αποφάσεις να τις λαμβάνουν οι συγγενείς του.
  • Ευεργεσίας - οι αποφάσεις που θα λαμβάνονται να είναι για το καλό του ασθενή, ζυγίζοντας τα υπέρ και κατά της κάθε περίπτωση ξεχωριστά.
  • Μη βλάβης - η νοσηλευτική φροντίδα θα πρέπει να μη βλάπτει τον ασθενή και έστω και εάν δεν έχει ποιότητα ζωής και υπάρχει απόφαση για DNR ή απόσυρση μη ανακουφιστική αγωγής. Ο ασθενής δεν παύει να χρειάζεται την μέγιστη δυνατή νοσηλευτική φροντίδα για ένα αξιοπρεπή θάνατο.
  • Για την αρχή της δικαιοσύνης - οι αποφάσεις θα πρέπει να λαμβάνονται ανάλογα με την γενική κατάσταση του ασθενή, ανταπόκριση στη θεραπεία, πιθανότητα επιβίωσης και όχι την ηλικία του ασθενή και την ποιότητα ζωής του.


- - - - - - - - - - - - - - - 

Η ευθανασία ως συνταγματικό δικαίωμα του ασθενούς

Του ΧΡΗΣΤΟΥ ΤΣΑΪΤΟΥΡΙΔΗ

Δικηγόρος,
Ειδικός Επιστήμονας στο Συνήγορο του Πολίτη,

Υπότροφος Ι.Κ.Υ.


Εισαγωγή
Corpus juris: Η φυσική υπόσταση του ατόμου και το συνταγματικό καθεστώς της
Οι επιστημονικές και νομοθετικές εξελίξεις στον τομέα της βιοτεχνολογίας και της βιοηθικής ανακίνησαν με ένταση το διάλογο για το περιεχόμενο των κατηγοριών του προσώπου και του νομικού υποκειμένου. Η, θεμελιακή για το δίκαιο, έννοια του φυσικού προσώπου αναφαίνεται πλέον ως μια βιολογική και σωματική οντότητα που δεν είναι ούτε λογικά αυτονόητη ούτε, εκ των προτέρων, εμπειρικά δεδομένη.
Θεμελιακή ελευθερία για το σύστημα των συνταγματικών δικαιωμάτων και εν γένει για την έννομη τάξη είναι, κατά παράδοση, η «φυσική» ελευθερία κίνησης (άρθρο 5 παρ. 3 Συντ.). Όπως αποφαίνεται ο Αριστόβουλος Μάνεσης, «αν κάποιος δεν μπορεί να διαθέσει κατά πρώτο λόγο τη φυσική του ύπαρξη, η άσκηση όλων των άλλων δικαιωμάτων αποβαίνει ανέφικτη». Πράγματι, η ελεύθερη διάθεση του σώματος και της φυσικής υπόστασης είναι ιστορικά συνυφασμένη με αναφαίρετα και θεμελιώδη δικαιώματα, όπως είναι η ελευθερία της κίνησης και το δικαίωμα της ατομικής ιδιοκτησίας, ως περιουσιακών στοιχείων που βρίσκονται στην κατοχή και νομή του ατόμου. Ιδίως για την ελευθερία κίνησης έχουμε το μνημειώδη ορισμό του Thomas Hobbes στο έργο του «Λεβιάθαν» για την ελευθερία, την οποία ορίζει ως σωματική ελευθερία [corporeal liberty], με την έννοια της απουσίας εμποδίων στην κίνηση του ατόμου.
Από τη σκοπιά της νομικής δογματικής, η «παρουσία» του σώματος στο Σύνταγμα εντοπίζεται καταρχάς σε «προστατευτικές» διατάξεις, όπως στην απαγόρευση των βασανιστηρίων, στην προστασία της ζωής και της σωματικής ακεραιότητας αλλά και σε κοινωνικά δικαιώματα για τη διασφάλιση της περίθαλψης. Συνταγματικοί κανόνες εγγυώνται το απρόσβλητο από αυθαίρετες πράξεις βίας και πόνου (άρθρα 6 και 7) ή αποζημιώνουν για τη φθορά του σώματος από τις κοινωνικές και οικονομικές δραστηριότητες (άρθρο 22). Λιγότερο προφανές, αλλά εξίσου σημαντικό, είναι και το σώμα του Συντάγματος που διέπει τα συλλογικά δικαιώματα, όπως οι συναθροίσεις (άρθρο 11) και η απεργία (άρθρο 23), των οποίων η εννοιολογική οριοθέτηση και κατοχύρωση είναι συνυφασμένες με τη σωματική δραστηριότητα σε δημόσιους χώρους. Όμως, η συνταγματική ρύθμιση για τα σώματα δεν έγκειται μόνο σε προστατευτικές ρυθμίσεις, αλλά και στην κατοχύρωση της προσβολής τους και της εξουσιαστικής από το κράτος διάθεσής τους υπέρ σκοπών δημοσίου συμφέροντος και υπέρ της προστασίας μειζόνων κοινωνικών αγαθών, λ.χ. μέσα από τη θεσμοθέτηση της θανατικής ποινής (άρθρο 7) και της εκτόπισης, αλλά και της απαγόρευσης εισόδου και εξόδου από τη χώρα υπό προϋποθέσεις (άρθρο 5). Η αμυντική θωράκιση του σώματος έναντι της κρατικής βίας φαίνεται να συμβαδίζει με την αποκλειστικότητα του κράτους να ζητεί και επιβάλλει τη θανάτωση είτε με τη θανατική ποινή, είτε με την υποχρέωση για στρατιωτική θητεία και γενικά με τη νομική εξουσία του να καταφεύγει σε άμεση προσβολή του σώματος με τους θεσμούς εξαναγκασμού και το habeas corpus δίκαιο.
Δικαιούμαστε να υποθέσουμε ότι το σώμα (του εργάτη, της γυναίκας, του βασιλιά, του ελεύθερα μετακινούμενου ευρωπαίου πολίτη κ.ο.κ.) αφορά αφενός θεμελιώδη δικαιώματα, ιδίως δε το δικαίωμα στη ζωή και την προσωπική ασφάλεια, αφετέρου δε το χαρακτήρα ενός πολιτεύματος π.χ. ως μοναρχικού ή και δημοκρατικού, μέσω της καθολικότητας του δικαιώματος του εκλέγειν και εκλέγεσθαι με μόνο βασικό περιορισμό την ενηλικιότητα. ΄Αρα η σχέση μεταξύ δικαίου και σώματος δεν είναι μεταξύ δύο όρων που (συ)σχετίζονται εκ των υστέρων με την κανονιστική ρύθμιση των νόμων, αλλά παρουσιάζεται ως συστατική και εμμενής για κάθε έννομη τάξη και για κάθε πολίτευμα, ορίζοντας το περιεχόμενο του νομικού υποκειμένου και της μορφής του κράτους, στο οποίο αυτό αναφέρεται.
Με δραματικό τρόπο αναδεικνύεται στη συνταγματική θεωρία και πρακτική η σχέση σώματος και δικαίου στο ζήτημα της νομιμότητας της άμβλωσης και πλέον στο ερώτημα σχετικά με τα συνταγματικά ερείσματα για το δικαίωμα στην ευθανασία. Αναμφίβολα, η άμβλωση και η ευθανασία είναι ακραία ανθρώπινα ενεργήματα που αφορούν όχι απλά το σώμα των ατόμων και τη διάθεση του με μορφές ριζικής «προσβολής» της υγείας, της ακεραιότητας ή και της «καταστροφής» τους, αλλά και την ίδια τη σχέση της συνταγματικής έννομης τάξης με τη ζωή και το θάνατο του ανθρώπου, εντέλει με τον ορισμό του «προσώπου» και του «ανθρώπινου». Η άμβλωση και η ευθανασία προβάλλουν ως οι πλέον χαρακτηριστικές περιπτώσεις εκούσιας προσβολής της φυσικής υπόστασης του ατόμου. Ωστόσο αυτό που τελικά προσβάλλεται, mutatis mutandis, εμφανίζεται να είναι η ίδια η ιδιότητα του ανθρώπου και του προσώπου που φαίνεται να προσιδιάζει στο νομικό υποκείμενο, αν όχι να ταυτίζεται με αυτό. Συνιστούν ακόμη την έμπρακτη αμφισβήτηση μιας καταρχήν αποκλειστικά κρατικής νομικής εξουσίας και αρμοδιότητας, της διακινδύνευσης και αφαίρεσης της ζωής.
Κεφάλαιο Α΄
Δίκαιο και θάνατος: οι αναγκαίες διαμεσολαβήσεις
Οι νόμοι αγνοούν το θάνατο ως βιολογικό συμβάν: η νομική αντίληψη για το θάνατο εντάσσεται στη ρύθμιση του βίου διαμέσου των εννοιών της ζωής (π.χ. αφαίρεση της ζωής), του προσώπου (π.χ. πολιτικός θάνατος), της αξιοπρέπειας (π.χ. απαγόρευση των βασανιστηρίων ως ατιμωτικής μεταχείρισης). Εννοούμε ότι η δικαιϊκή αξιολόγηση του (βιολογικού) θανάτου δεν είναι αυτοτελής, αλλά λαμβάνει χώρα εντός της ρύθμισης έννομων αγαθών και συγκεκριμένα της ζωής, της σωματικής ακεραιότητας και υγείας, τα οποία είναι και τα μόνα νομικά κρίσιμα. Τα σχετικά κριτήρια του νόμου αναφέρονται όχι στο θάνατο καθ' εαυτόν, αλλά ερείδονται στην αρχή και το τέλος της ανθρώπινης ζωής, ορίζουν δε την ασθένεια ως προσβολή της σωματικής και ψυχικής υγείας. Μάλιστα, η πλήρης και ανεξαίρετη προστασία της ζωής από τους νόμους συνδέεται με την ιδιότητα του πλήρους και αυτοτελούς προσώπου, όπως καταδεικνύεται με την περίπτωση του κυοφορούμενου, έναντι του οποίου προτάσσεται, υπό προϋποθέσεις, η ζωή και ακόμη η αυτονομία της γυναίκας εγκύου. «Προβληματική», μάλιστα, κρίνεται η ύπαρξη ζωής, κατά το δίκαιο, «μετά τον εγκεφαλικό θάνατο καθώς και - προπάντων - κατά μία πρώτη φάση της εγκυμοσύνης». Η νομική αξιολόγηση συνάδει, σε τελική ανάλυση, με το ιστορικό και κοινωνικό δεδομένο ότι ο θάνατος έχει απολέσει τη φυσικότητα που «κάποτε» είχε ως αναπόδραστο συμβάν και έχει γίνει αντικείμενο διαχείρισης από την ιατρική, τη φαρμακευτική και το νοσοκομειακό θεσμό και επέρχεται ως το αποτέλεσμα μιας ιατρικής κρίσης και απόφασης, είτε άμεσης είτε έμμεσης μέσω της ιατρικής και φαρμακευτικής αγωγής.
Για τους λόγους αυτούς, τα κριτήρια του νόμου για το νομικό ορισμό και τον προσδιορισμό της ζωής και της υγείας δεν είναι μόνο «εσωτερικά», βάσει των εννοιών και των κανόνων της νομικής δογματικής, όπως η προστασία άλλων εννόμων αγαθών, αλλά και «εξωτερικά», καθώς απαιτείται η προσφυγή στα πορίσματα της ιατρικής επιστήμης και της βιολογίας, ώστε η νομική ρύθμιση να αποβαίνει κοινωνικά αποτελεσματική. Για παράδειγμα, οι θέσεις της ιατρικής για την επέλευση του βιολογικού θανάτου ή για τα στάδια εξέλιξης του εμβρύου λαμβάνονται υπόψη από τη νομοθεσία και νομολογία, αλλά και αντιπαραβάλλονται σε κάθε περίπτωση με τα νομικά κριτήρια, ιδίως αυτά που αφορούν το περιεχόμενο της έννοιας του προσώπου.
Ωστόσο, το μείζον ζήτημα για τη νομική και συνταγματική θεωρία είναι η αξιολόγηση της εκούσιας προσβολής είτε της ζωής είτε της σωματικής ακεραιότητας και υγείας και η τυχόν θεμελίωσή της στην αυτονομία του προσώπου. Συγκεκριμένα, οι νόμοι απαιτούν την επίκληση νομικών αγαθών για τη δικαιολόγηση της προσβολής της φυσικής υπόστασης του ατόμου από τον ίδιο το φορέα των εννόμων αγαθών της υγείας και της σωματικής ακεραιότητας, λ.χ. όπως στην περίπτωση της χειρουργικής επέμβασης, προκειμένου για την ανάκτηση ή βελτίωση της υγείας Οι απαγορεύσεις του άρθρου 7 παρ. 2 Συντ. ως προς τις σωματικές κακώσεις και τις βλάβες της υγείας δεν ισχύουν καταρχήν, εάν σε αυτές συναινεί ο θιγόμενος, όπως στην περίπτωση ιατρικών επεμβάσεων, ή και όταν διακινδυνεύεται η δημόσια υγεία ή ασφάλεια. Από την άλλη, ελαφρές μορφές αυτοπροσβολής (π.χ. τρύπημα αυτιών και άλλων οργάνων για το πέρασμα κοσμημάτων) είτε κρίνονται νομικά αδιάφορες είτε θεωρούνται μορφές ανάπτυξης της προσωπικότητας του ατόμου. Πράγματι, η ελεύθερη ανάπτυξη της προσωπικότητας κατά το άρθρο 5 παρ. 1 Συντ. θεμελιώνει «το δικαίωμα του καθένα να εξουσιάζει το σώμα του και να το χρησιμοποιεί, όπως θέλει». Συνεπώς, η αυτοπροσβολή αναγνωρίζεται, υπό προϋποθέσεις, ως συνταγματικό δικαίωμα αυτοτελώς, ως εκδήλωση της προσωπικότητάς του ατόμου και της ελευθερίας έκφρασης του, λ.χ. με τα τατουάζ ή το body piercing ή με τη μορφή ενασχόλησης με επικίνδυνα αθλήματα ή εργασίες. Η αυτοπροσβολή πρέπει να λογίζεται ως «ακραία» μορφή της αυτοδιάθεσης: η ελεύθερη διάθεση του σώματος αποτελεί καταρχήν έκφανση της φυσικής ελευθερίας, εκδηλώνεται όμως και με αυτοτελές περιεχόμενο που αφορά επιτρεπόμενες δραστηριότητες λ.χ. τη δυνατότητα δωρεάς οργάνων ή, ως ένα βαθμό, την πορνεία αλλά και τη μισθωτή χειρωνακτική εργασία, αφορά δε και ανεπίτρεπτες πράξεις, όπως συμβαίνει λ.χ. με την απαγόρευση πώλησης οργάνων του σώματος. Έτσι, ειδικά η αυτοπροσβολή εκφεύγει του κανονιστικού εύρους της φυσικής ελευθερίας, καθώς αφορά τη δημόσια εικόνα και έκφραση του ατόμου και, κατά κύριο λόγο, επηρεάζει άμεσα τη ζωή οικείων και τρίτων. Συνεπώς είναι ορθότερη η κανονιστική θεμελίωσή της στην ελευθερία ανάπτυξης της προσωπικότητας.
Καθίσταται λοιπόν εμφανές ότι η ιδιαιτερότητα της κρίσης για τη νομιμότητα της ευθανασίας έγκειται όχι μόνο στην προβληματική για τη βούληση θανάτου από την πλευρά του ασθενούς, αλλά περαιτέρω στην ανακίνηση του ζητήματος του προσώπου και εν γένει του νομικού υποκειμένου. Συγκεκριμένα, η ευθανασία, ιδίως μάλιστα η αναζήτηση κριτηρίων για τη νομική διάκρισή της από την αυτοκτονία, αναδεικνύει στο δημόσιο διάλογο το γεγονός ότι στο σύγχρονο δίκαιο είναι αδιανόητη η εθελούσια κατάργηση της ιδιότητας του ανθρώπου και προσώπου, δηλαδή της ιδιότητας του νομικού υποκειμένου, λ.χ. όπως καταδεικνύεται με την απαγόρευση της δήμευσης της περιουσίας, με την απαγόρευση της εθελούσιας δουλείας, αλλά και με το μονοπώλιο της επιβολής της θανατικής ποινής, που «έχει σαν αντικείμενο τη στέρηση του θανάτου από τον ίδιο τον δικαιούχο, τη δήμευση της ελευθερίας του θανάτου».
Πρόκειται, ίσως, για την άλλη όψη της απόλυτης προστασίας της ζωής από το Σύνταγμα και τον Ποινικό Νόμο. Πράγματι, έτσι μπορεί να εξηγηθεί και η «αυθόρμητη» εναντίωση του δικαίου και η αμήχανη στάση του ποινικού νόμου στην αυτοκτονία, όπως υποδεικνύει η υποχρέωση αποτροπής όσων αποπειρώνται να αυτοκτονήσουν ή και με την επιβεβλημένη σίτιση όσων κάνουν απεργία πείνας. Έτσι, τα «εσωτερικά» κριτήρια του νόμου συνηγορούν καταρχήν υπέρ της γενικής απαγόρευσης της ευθανασίας: υποστηρίζεται λοιπόν ότι οι συνταγματικές προβλέψεις για την απόλυτη προστασία της ζωής δεν αφορούν ευθέως τα ζητήματα της εκούσιας ευθανασίας και της αυτοκτονίας: «Το Σύνταγμα προβλέπει την «απόλυτη» προστασία της ζωής. Το Σύνταγμα αφήνει ελεύθερο τον νομοθέτη να επιτρέψει ή να απαγορεύσει την αυτοκτονία οποιασδήποτε μορφής ή και ενδεχομένως να τιμωρήσει την απόπειρα αυτοκτονίας. Το αξιόποινο της συνδρομής τρίτου προσώπου ως βοηθού ευθανασίας ή αυτοκτονίας με την συναίνεση του παθόντος δεν αντίκειται στη διάταξη του άρθρου 5 παρ. 2, ο νομοθέτης είναι πάντως ελεύθερος να αποφασίσει για το αξιόποινο ή μη μιας τέτοιας πράξης. Επειδή η διάταξη του άρθρου 5 παρ. 2 κατοχυρώνει το δικαίωμα διατηρήσεως, αλλά όχι περατώσεως της ζωής, δεν αντίκειται στην αστυνομική επέμβαση προς παρακώλυση της αυτοκτονίας ή στην αναγκαστική διατροφή των απεργών πείνας, όταν απειλείται άμεσα η ζωή τους. Δεν αποτελεί αντισυνταγματική παραβίαση του δικαιώματος της ζωής η προϋποτιθέμενη από το άρθρο 307 ΠΚ υποχρέωση λυτρώσεως άλλου από κίνδυνο ζωής, γιατί επιβάλλεται προς αποτροπή κινδύνου για τη ζωή του βοηθούμενου χωρίς κίνδυνο της ζωής ή της υγείας του βοηθούντος». Στον ελληνικό Ποινικό Κώδικα δεν θεσπίστηκε ποινή για την απόπειρα αυτοκτονίας, καθώς κρίθηκε άσκοπη και αναποτελεσματική, ωστόσο κατά την κυρίαρχη άποψη « η συμπεριφορά του αυτόχειρος είναι απηγορευμένη - τούτο αποτελεί αναπόδραστον συνέπειαν της απολύτου αξίας και προστασίας της ανθρώπινης ζωής». Το άρθρο 301 ΠΚ πάντως προβλέπει την τιμώρηση της συμμετοχής στην αυτοκτονία.
Για να συνοψίσουμε στο σημείο αυτό, η ζωή και η υγεία είναι ίσως τα βιοτικά αγαθά που κατεξοχήν προστατεύουν με απόλυτο τρόπο οι νόμοι, ωστόσο οι νόμοι παράλληλα κατοχυρώνουν το προνόμιο της θανάτωσης και της δικαιολογημένης σοβαρής προσβολής και διακινδύνευσης της υγείας και της σωματικής ακεραιότητας μόνο για τα κρατικά όργανα (ως επιβολή ποινών ή μορφή διαφύλαξης του δημοσίου συμφέροντος). Κοντολογίς, το δίκαιο επιφυλάσσει για το κράτος το «αποκλειστικό» δικαίωμα κατάργησης της ιδιότητας του νομικού προσώπου και αποβολής του ατόμου από την κοινότητα των νομικών υποκειμένων.
Κεφάλαιο Β΄
Η εξουσία επί του σώματος του ασθενούς
Ώστε, ο λόγος των νομικών κρίσεων σχετικά με την ευθανασία θεμελιώνεται και οδηγεί σε μια πολύπλοκη σύνθεση δικαιϊκών, ηθικών, βιολογικών και ιατρικών μεγεθών που καλούνται να χαρακτηρίσουν τη σχέση μας με το σώμα με διαμεσολαβήσεις από αντίστοιχες έννοιες των επιστημών αυτών, όπως εαυτός, άνθρωπος, πρόσωπο καιζωή. Από την άποψη αυτή, ο λόγος για την ευθανασία έχει θετικές συνέπειες για τη νομική επιστήμη: παρακινεί στον (επαναπροσδι)ορισμό του χαρακτήρα του νομικού υποκειμένου, ανακινεί τα ερείσματα και τους σκοπούς αφενός της ατομικής αυτονομίας ως προς τη διάθεση του σώματος, αφετέρου δε της κρατικής παρέμβασης στην ιδιωτική ζωή στο πλαίσιο της έννομης τάξης του δημοκρατικού κράτους δικαίου.
Ας μην μας διαφεύγει, όμως, ότι η νομικά κρίσιμη όψη της ευθανασίας συντίθεται από ενέργειες υποκειμένων με συγκεκριμένη κοινωνική ταυτότητα που δρουν, επιλέγουν και εκφέρουν τη βούλησή τους υπό συγκεκριμένες συνθήκες, οι οποίες συνυφαίνονται εξ ορισμού με τα ιατρικά και βιολογικά δεδομένα. Συγκεκριμένα, οι κρίσεις για τη νομιμότητά της αφορούν κατεξοχήν το θνήσκοντα, γενικότερα, όμως, το βαριά ασθενή που ακολουθεί θεραπευτική αγωγή, διότι πάσχει από ανίατη νόσο ή υποφέρει από σοβαρότατο τραυματισμό, με αποτέλεσμα η υγεία του να έχει ανεπανόρθωτα βλαφτεί ή και να υποφέρει από έντονους πόνους ή ακόμα και να βρίσκεται σε κατάσταση κώματος, σε βαθμό που αδυνατεί πλέον να ενεργήσει αυτόνομα. Ο τόπος, όπου ευρίσκεται ο ασθενής και γενικότερα «τα πρόσωπα που είναι ανίκανα να θέσουν τέρμα τα ίδια στη ζωή τους, για το λόγο δε αυτό είναι πολύ πιθανό να αιτηθούν ευθανασία, βρίσκονται τις περισσότερες φορές σε κλίνες ασθενείας και υπό επιτήρηση», όχι μόνο στο νοσοκομείο ή την κλινική, αλλά και σε ένα ίδρυμα (π.χ. φροντίδας ηλικιωμένων), ένα σωφρονιστικό κατάστημα ή και στην ίδια την κατοικία τους.
Το αίτημα για ευθανασία έχει κατ' ουσίαν ως περιεχόμενο την επιθυμία για έναν καλό θάνατο. Ο όρος «ευθανασία» χρησιμοποιήθηκε για πρώτη φορά από τον ΄Αγγλο φιλόσοφο Roger Bacon (1214-1294) και σημαίνει «τον θάνατον, ο οποίος επέρχεται εν ηρεμία, γαλήνη και άνευ αγωνίας, πόνων ή άλλων ενοχλήσεων του θνήσκοντος». Πρέπει να υπογραμμίσουμε, στο σημείο αυτό, ότι στην εποχή μας, παρά τον ορυμαγδό θαυματουργών ή έστω πολλά υποσχόμενων θεραπειών, εν μέσω μάλιστα απείρων νέων ασθενειών και επανεμφάνισης παλαιοτέρων, η πατερναλιστική αντίληψη για τη την αναντίρρητη υπεροχή του ιατρού στη σχέση του με τον ασθενή έχει υποχωρήσει. Η «τεχνοκρατική» έμφαση στην ασθένεια και την ίαση ή την αγωγή από τον ιατρό δεν επιτρέπεται πλέον να υποσκελίζει τον ασθενή ως προσωπικότητα με ελεύθερη βούληση. «Οι εντολές του γιατρού [doctor's orders] έγιναν συστάσεις» και υποκαθίστανται από τη συνεργασία και την επιλογή μεταξύ εναλλακτικών θεραπευτικών προσεγγίσεων, όπου την πρωτοβουλία - ήδη με το δικαίωμα επιλογής ιατρού και ιδρύματος - καταρχήν έχει ο ασθενής. Μολονότι στην ιατρική ηθική και δεοντολογία δεν επικρατεί ομοφωνία απόψεων, γίνεται πλέον δεκτό ότι η θεώρηση της ιατρικής ως επιστήμης που «σώζει ζωές» δεν πρυτανεύει έναντι των υποχρεώσεων των ιατρών να ανακουφίζουν από τον πόνο. Η διάσωση από κίνδυνο ζωής και σωματικής ακεραιότητας, η αποκατάσταση της υγείας και ευεξίας και η ανακούφιση από τους πόνους ως λογικά εμμενείς υποχρεώσεις του ιατρού συνιστούν αναγκαία, αλλά όχι ικανά ούτε πάντως αποκλειστικά κριτήρια για την ηθική και νομική κρίση περί ευθανασίας. Σε κάθε περίπτωση, «η μείωση των πόνων, εφόσον δεν συνεπάγεται σύντμηση της ζωής, αποτελεί υποχρέωση του γιατρού απέναντι στον ασθενή του. Ο γιατρός, από τη στιγμή που αναλαμβάνει την περίθαλψη ενός αρρώστου δεν έχει απλώς υποχρέωση θεραπείας, αλλά και υποχρέωση να παίρνει όλα τα κατάλληλα μέτρα, ώστε ο ασθενής να μην υποφέρει». Η εγγυητική θέση του ιατρού, στο πλαίσιο της σύμβασης ιατρικής αγωγής, διέπεται καταρχήν από την ιδιαίτερη νομική υποχρέωσή του προς διατήρηση της ζωής, ωστόσο δεν φαίνεται να έχει ως λογικό περιεχόμενο την υποχρέωση παράτασης της ζωής με κάθε τρόπο και σε κάθε περίπτωση, ανεξάρτητα από τη βούληση των ασθενών και των οικείων τους, ιδίως δε όταν η ποιότητα της παρατεινόμενης ζωής χαρακτηρίζεται από μόνιμη βάσανο και δραστικό περιορισμό ή και απώλεια των εκφραστικών δυνατοτήτων. Η στάση αυτή απηχεί, με τα λόγια του A.Eser, μια «ενστικτώδη άμυνα έναντι μιας Ιατρικής, που, με τη διαρκή τεχνολογική της εξέλιξη, έχει την τάση να υποβιβάζει διαρκώς τον ασθενή σε απλό αντικείμενο μιας εκ των προτέρων προγραμματισμένης θεραπευτικής μηχανής».
Ωστόσο, ο διάλογος μεταξύ των νομικών για τη συνάφεια των μορφών ευθανασίας με την ανθρωποκτονία και τα προβαλλόμενα κριτήρια διάκρισης (πράξη και παράλειψη, διακοπή ή αποχή από θεραπεία κ.λ.π.) έχει «ιατροκεντρικό» χαρακτήρα: κυριαρχεί το ζήτημα του ποινικού χαρακτηρισμού των ενεργειών του ιατρού, από τον οποίο ζητείται ή ο οποίος καλείται να κάνει ευθανασία. Κατά συνέπεια, η μέχρι σήμερα νομοθετική πρωτοβουλία αποβλέπει αποκλειστικά στη μεταρρύθμιση του Ποινικού Κώδικα. Στον ελληνικό Ποινικό Κώδικα η επιστήμη εντοπίζει στο άρθρο 300 περί ανθρωποκτονίας με συναίνεση τη νομοθετική πραγμάτευση ή και λύση, σύμφωνα με ορισμένους, του προβλήματος της ευθανασίας, με την αναγνώριση του άδικου χαρακτήρα της, για την οποία όμως επιβάλλεται μικρότερη ποινή. Υπογραμμίζεται, πάντως, ότι η ρύθμιση υπάγει μόνο την περίπτωση του πάσχοντος από ανίατη πάθηση που προβάλλει σπουδαία και επίμονη απαίτηση για την θανάτωσή του. Για το λόγο αυτό, υποστηρίζεται, ορθά, ότι «μπορεί ο νομοθέτης να θεωρεί την κατ' απαίτηση ανθρωποκτονία άδικη, δεν έχει όμως πάρει θέση για την περίπτωση που η ανθρωποκτονία αφορά άτομο, το οποίο πεθαίνει και μάλιστα με επώδυνο τρόπο». Συνεπώς, από την άποψη αυτή, η ευθανασία δεν έχει ρυθμιστεί ειδικά και με πληρότητα στη νομοθεσία μας.
Η συνταγματική σκοπιά, ειδικά δε η αναζήτηση των συνταγματικών δικαιωμάτων του ασθενούς, εξετάζεται από την παραδοσιακή προσέγγιση παρεμπιπτόντως, μεθοδολογικά δε λαμβάνεται υπόψη εκ των υστέρων, κατά τη διερεύνηση τυχόν λόγου άρσεως του αδίκου ή μη επιβολής ποινής. Θεωρούμε ότι από νομική και ηθική άποψη το πρωτείο πρέπει να δοθεί στην έκφραση της βούλησης του ασθενή, η οποία λαμβάνει τη μορφή είτε θετικού αιτήματος (για τη χορήγηση θανατηφόρων σκευασμάτων) είτε άρνησης (συνέχισης της ιατρικής αγωγής, λήψης ορού και φαρμάκων, παραμονής σε νοσοκομείο ή ίδρυμα). Ο ασθενής ζητά «να σηκωθεί να φύγει» ή να «πάρουν τα μηχανήματα και τα φάρμακα μακριά του» ή «να πιεί το κώνειο». Πρόκειται ουσιαστικά για μια βούληση θανάτου, η οποία έχει εξεταστεί ήδη στο πλαίσιο του δικαιώματος στην αυτοκαταστροφή και μάλιστα ως δικαίωμα «στο θάνατο», προσέγγιση η οποία ωστόσο ελέγχεται για τη νομική ακριβολογία της και για την ελλειπή, αν και ομολογουμένως δύσκολη, διαφοροποίηση από την αυτοκτονία, όπως θα εξηγήσουμε στα επόμενα.
Στο δικαίωμα για ευθανασία αντιπαρατίθεται από ορισμένους συγγραφείς η απόλυτη προστασία της ζωής ως υποχρέωση κάθε πολιτείας, που προβάλλει ως υπερατομική επιταγή και εξ αντικειμένου δέσμευση του δικαίου, εν τέλει ως «έσχατο περιεχόμενο» κάθε έννομης τάξης. Το απόλυτο της προστασίας αυτής θεωρείται ότι καλύπτει και τον ίδιο το φορέα του έννομου αγαθού. Υποστηρίζεται λοιπόν ότι το άτομο δεν δικαιούται να παραιτηθεί από το δικαίωμά του στη ζωή, καθώς η έννομη τάξη έχει η ίδια συμφέρον να διατηρηθεί αυτό το αγαθό ακόμα και ενάντια στη βούληση του «φορέα» του αγαθού. Συνάγεται, λοιπόν, λογικά και με βάση τους συνταγματικούς κανόνες για την απόλυτη προστασία της ζωής αλλά και της αξίας του ανθρώπου, ότι ο άνθρωπος ως εμπειρικό άτομο έχει νομική υποχρέωση -προς τον «νομικό» εαυτό του, τους άλλους και το κράτος- να ζει, όπως παλαιότερα είχε την υποχρέωση έναντι του Θεού, να μην καταστρέφει τη «ζωή» του! Το άτομο διαχειρίζεται, αλλά δεν ορίζει τη βιολογική και σωματική του υπόσταση, η οποία σε τελική ανάλυση ανήκει στην έννομη τάξη, επομένως η αυτοκτονία και η ευθανασία, ως εκφάνσεις της αυτοκαταστροφής, θεωρούνται παράνομες πράξεις. Από ορισμένους, μάλιστα, γίνεται σύγκριση της ευθανασίας ως παραίτηση από το δικαίωμα στη ζωή με τη δουλεία, με την έννοια ότι «ένα πρόσωπο δεν πρέπει να έχει το δικαίωμα να κατέχει ένα άλλο, ακόμα και με τη συναίνεση του άλλου, διότι είναι ένα θεμελιώδες ηθικό σφάλμα για ένα πρόσωπο να παραδίδει τη ζωή και την μοίρα του σε ένα άλλο».
Στην πραγματικότητα, είναι ο νομικά εμμενής χαρακτήρας της αυτοκτονίας όσο και της ευθανασίας που προκαλούν απορία στη νομική σκέψη, καθώς κατ' ουσίαν συνιστούν και συνεπάγονται, ιδίως η αυτοκτονία, μια μορφή εθελούσιας εξόδου από τη νομική κοινότητα και παραίτησης από την (απονεμημένη) ιδιότητα του υποκειμένου δικαίου. Έτσι δικαιολογείται και η παραδοσιακή θεολογική - φιλοσοφική και νομική άρνηση της αυτοκτονίας και, μέχρι πρότινος, της ευθανασίας, που φαίνονται, για το λόγο αυτό, να αντιτίθενται στην ίδια την ιδιότητα του ανθρώπου και του έλλογου όντος. Η γενική απαγόρευση της αυτοκαταστροφής προκύπτει ως λογική συνέπεια της ιδιότητας του προσώπου και του υποκειμένου δικαίου. Ωστόσο, με τη θεώρηση αυτή μοιραία ανάγεται ή έστω συγχέεται το νομικό με το βιολογικό στοιχείο, κινδυνεύει δε να ταυτιστεί η νομική κανονιστικότητα με τη βιολογική κανονικότητα, καθώς παρουσιάζεται ως λογική και οντολογική υποχρέωση και οφειλή του νομικού υποκειμένου το να «ζει» ως «σκέτο» έμβιο ον: η κοινωνική ύπαρξη του ατόμου ανάγεται σε βιολογική οντότητα! Λογική μάλιστα συνέπεια της εν λόγω υποχρέωσης δεν μπορεί παρά να είναι, ότι η άρνηση υποβολής ή παραμονής σε θεραπευτική - ιατρική αγωγή από την πλευρά του ατόμου συνιστά πάντοτε και ανεξάρτητα από την ύπαρξη ειδικού δημοσίου συμφέροντος παράλογη και παράνομη παραβίαση νομικής υποχρέωσης του να είναι «υγιής» ή ίσως «έλλογος», με προφανείς συνέπειες για τις ελευθερίες, ιδίως δε των εξαρτημένων, καπνιστών, των πασχόντων από ψυχικά νοσήματα ή και άλλων τυχόν «γενετικά» παραβατικών προσωπικοτήτων.
Κεφάλαιο Γ΄
Μορφές ευθανασίας και το δικαίωμα προσδιορισμού της ιατρικής αγωγής
Η δύσκολη διάκριση, πραγματική και νομική, μεταξύ ευθανασίας και αυτοκτονίας ασφαλώς βαραίνει στην απροθυμία του νόμου να αναγνωρίσει το αίτημα του θνήσκοντος ή του βαριά ασθενούς. Πράγματι, με τα λόγια του Eser, «Διερωτάται κανείς αν είναι πράγματι τόσο διάφορες μεταξύ τους η αυτοκτονία και η απαίτηση για ευθανασία». Από νομική σκοπιά επισημαίνεται ότι η μορφή και οι συνθήκες της αυτοπροσβολής και αυτοκαταστροφής, αλλά και η κοινωνική αξιολόγησή τους, καθορίζουν το νομικό περιεχόμενο αυτών των εννοιών. Ειδικότερα, η απαίτηση και η επιλογή της ευθανασίας ανακύπτει άμεσα στο τρίπτυχο των σχέσεων ασθενούς - συγγενή - ιατρού, όπου ο φορέας των κρίσιμων δικαιωμάτων και υποχρεώσεων δεν είναι απλά ο καθένας (που π.χ. αποπειράται να αυτοκτονήσει λ.χ. για συναισθηματικούς ή οικονομικούς λόγους), αλλά άτομο, του οποίου η σωματική υγεία όχι μόνο δεν είναι καλή, όπως την εννοεί η κοινή πείρα και λογική, αλλά χειροτερεύει διαρκώς, χωρίς πιθανότητα ανάρρωσης, με συνέπεια τη συνεχή ή διαρκή φυσική φθορά ή και πόνο του ατόμου, το οποίο, σε κάθε περίπτωση, νοσηλεύεται ή ακολουθεί κάποια ιατρική αγωγή για την αντιμετώπιση αυτών των προβλημάτων υγείας. ΄Ανθρωποι στο τελικό στάδιο ανίατης νόσου ή άνθρωποι πριν ή μέσα στο οδυνηρότερο στάδιο ή και άνθρωποι με μεγάλο βαθμό αναπηρίας καθηλωμένοι σε κρεβάτια ή καροτσάκια, οι οποίοι έχουν περιέλθει σε μεγάλη ή και απόλυτη εξάρτηση από τρίτους και μηχανήματα ή φάρμακα για την όποια εξωτερίκευση των επιθυμιών τους, εκδηλώνουν την επιθυμία τους να διακόψουν την αγωγή τους ή να λάβουν σκευάσματα που οδηγούν στο θάνατο, ζητούν λοιπόν να προβούν σε ευθανασία. Σε κάθε άλλη περίπτωση υγιούς ή ελαφρά ασθενούς ατόμου ή και βαριά ασθενούς που αποφασίζει π.χ. να αυτοακρωτηριαστεί ή να τερματίσει τη ζωή του χωρίς να εκφράσει δημοσίως αίτημα για ιατρικής μορφής συνδρομή για έναν «καλό θάνατο», δεν τίθεται ζήτημα ευθανασίας, αλλά αυτοκτονίας ή αυτοπροσβολής, που κρίνεται με τις γενικότερες ρυθμίσεις για την προστασία της ζωής και την αυτοδιάθεση.
Έτσι, η επιλογή της ευθανασίας ανακύπτει σε κατάσταση που χαρακτηρίζεται από διαρκή πόνο και εκφυλισμό της υγείας, μεγάλη ή και απόλυτη και συνεχή εξάρτηση από μηχανική και ιατρική υποστήριξη, κυρίως για να απαλύνεται ο πόνος. Η κρίσιμη κατάσταση χαρακτηρίζεται επίσης από σημαντική ή και ολική (σε περίπτωση ασθενών σε κώμα) έλλειψη αυτενέργειας και έκφρασης της βούλησης του ασθενή, από απώλεια της αυτονομίας του. Συνεπώς, κριτήριο για τη νομική διάκριση και κρίση της ευθανασίας σε αντίθεση με την αυτοκτονία μπορεί να αποτελέσει το δεδομένο ότι ο θνήσκων ή βαριά ασθενής (ή, στην ακραία περίπτωση, οι συγγενείς του), η υγεία του οποίου δεν πρόκειται πλέον να βελτιωθεί, εκφέρει δημοσίως, επανειλημμένα και ενσυνείδητα αίτημα με περιεχόμενο τη διακοπή της ιατρικής αγωγής ή την αλλαγή αυτής, με συνδρομή ιατρού ή νοσηλευτή, ώστε να επισπευθεί ανώδυνα ο θάνατος του. Υπό τις συνθήκες αυτές, η απαίτηση και η επιλογή της ευθανασίας δεν συνιστά -με την επιφύλαξη της ιατρικά υποβοηθούμενης αυτοκτονίας, όπως θα εξηγήσουμε- από νομική άποψη μορφή αυτοκτονίας ούτε μορφή απλής αυτοπροσβολής ή ανθρωποκτονίας με συναίνεση, παρά μια ιδιάζουσα περίπτωση αυτοδιάθεσης του σώματος, η οποία συνέχεται από το στοιχείο του προσδιορισμού της ιατρικής αγωγής από τον ασθενή.
Πράγματι, η ιατρική και νομική θεωρία διακρίνουν ειδικότερα την εκούσια ευθανασία σε «ενεργητική» και «παθητική» με κριτήριο τη μορφή παρέμβασης στην αγωγή του πάσχοντος. Στην πρώτη περίπτωση, η επέμβαση γίνεται με την ενεργή και θετική μεσολάβηση τρίτου, συνήθως ιατρού, και με συγκεκριμένες ενέργειες ιατρικής ή φαρμακευτικής αγωγής που οδηγούν σε ή επιφέρουν την ανώδυνη σύντμηση της ζωής. Στη δεύτερη περίπτωση, η ευθανασία συνίσταται στο ότι ο ασθενής αφήνεται να πεθάνει με την παράλειψη τρίτων, οικείων ή ιατρών, να λάβουν μέτρα συντήρησής του στη ζωή, είτε με το να μην υποβάλλεται καθόλου σε αγωγή είτε με το να διακόπτεται αυτή μετά από αίτημά του. Η περίπτωση της ιατρικά υποβοηθούμενης αυτοκτονίας, στην οποία χορηγείται στον ίδιο τον ασθενή το φαρμακευτικό μέσο για τη σύντμηση και τον τερματισμό της ζωής του, πρέπει καταρχήν να θεωρηθεί ως ιδιαίτερη μορφή ενεργητικής ευθανασίας.
Βέβαια, οι προτεινόμενες διακρίσεις και τα σχετικά κριτήρια αφορούν σε τελική ανάλυση στις ενέργειες του ιατρού και στο ποινικό ενδιαφέρον που παρουσιάζουν. Όπως επισημαίνει ο Bernard Gert, οι διακρίσεις «εσφαλμένα εστιάζουν στο τι κάνει ή δεν κάνει ο ιατρός - αλλά δεν λαμβάνουν υπόψη επαρκώς τις αποφάσεις του ασθενούς- εάν πρόκειται για αίτημα ή για άρνηση. Η επεξήγηση των υποχρεώσεων του ιατρού απαιτεί τη χρήση της καθιερωμένης ιατρικής διάκρισης μεταξύ αιτημάτων και αρνήσεων». Σε όλες τις περιπτώσεις ο ασθενής ρητά ή έμμεσα -με τη χρήση τεκμηρίων, όταν αυτός/ή αδυνατεί να εξωτερικεύσει την παρούσα βούλησή του- δεν εκδηλώνει την επιθυμία απλά να πεθάνει, αλλά είτε αρνείται την ιατρική και φαρμακευτική αγωγή ή τη συνέχισή της είτε περαιτέρω διατυπώνει το αίτημα να προσανατολιστεί η ιατρική μέριμνα αποκλειστικά στην απαλλαγή του από τους πόνους και τα βάσανα της θεραπείας (είτε με την παράλειψη κάθε ιατρικής και νοσοκομειακής εμπλοκής στην αυτοδιάθεση του σώματός του και με τη διαμετακόμιση στην οικία του, είτε με την αποσύνδεση μηχανημάτων, είτε με τη λήψη φαρμάκων από τον ιατρό ή από τον ίδιο κατόπιν χορήγησής τους από τον ιατρό).
Έτσι, η συνταγματική θεώρηση της ευθανασίας προτάσσει την ειδική μορφή του αρνητικού αιτήματος για διακοπή της θεραπείας (παθητική εκούσια ευθανασία) ως το αναγκαίο για τον ασθενή μέσο για την απαλλαγή και «απελευθέρωσή» του από επώδυνη ή και ανίατη νόσο, με συνέπεια -κατ' αρχήν αδιάφορη και εξωτερική του νόμου - το θάνατο του ατόμου. Αλλά και το θετικό αίτημα για την παροχή θανατηφόρων σκευασμάτων από το νοσηλευτή - ιατρό (ενεργητική ευθανασία) ή των αναγκαίων μέσων στον ίδιο τον ασθενή, ώστε να απαλλαγεί ο ίδιος από τους πόνους και τη βάσανο της νόσου (ιατρικά υποβοηθούμενη αυτοκτονία) προϋποθέτει το αίτημα της διακοπής της ακολουθούμενης θεραπείας ή αγωγής. Σε κάθε περίπτωση, η παθητική και η ενεργητική ευθανασία έχουν κοινό νομικό παρονομαστή: την ανάληψη της ευθύνης για την αγωγή και την πορεία της νόσου και τελικά της ανάληψης της ευθύνης για την επέλευση του θανάτου από τον ίδιο τον ασθενή.
Για το λόγο αυτό, τίθεται ζήτημα αξιολόγησης και σεβασμού του αιτήματος του ασθενούς για τη διακοπή της θεραπείας και περίθαλψης, ώστε να μην υποβιβάζεται σε αντικείμενο ιατρικής αγωγής και, εντέλει, σε απλή βιολογική οντότητα, «διαφορετικά η προστασία της ζωής θα διεστρέφετο σε εξαναγκασμό προς το ζην». Η βούλησή του ασθενούς που ζητά την ευθανασία δεν είναι λοιπόν μία ανορθολογική βούληση για έναν αδιαφοροποίητο θάνατο, όπως ίσως συμβαίνει με την αυτοκτονία: από νομική άποψη το αίτημα και το δικαίωμα στην ευθανασία έγκειται στην επιθυμία του ασθενούς ή θνήσκοντος να διαθέσει το σώμα του διακόπτοντας την ακολουθούμενη ιατρική αγωγή. Δεν είναι νομικό παράδοξο: η ευθανασία, ως συνταγματικό δικαίωμα, του ασθενούς, αποτελεί μορφή άρνησης της θεραπείας και, μέχρι ενός σημείου, μορφή επιλογής ιατρικής - φαρμακευτικής αγωγής. Η συνειδητή άρνηση της θεραπευτικής αγωγής [“informed refusal”] είναι το δικαίωμα του ασθενούς «να αρνηθεί μία μέθοδο διαγνωστικής ή θεραπευτικής αγωγής ή να αρνηθεί πλήρως την θεραπευτική αγωγή», ακριβώς «ασκώντας το δικαίωμά του για αυτοδιάθεση». Από τη σκοπιά αυτή, η εκούσια ευθανασία μπορεί να θεωρηθεί ως μορφή αυτοπροσδιορισμού, θετικό δικαίωμα του ασθενούς σε τρόπο ζωής, στον καθορισμό του ευ ζειν με τον προσδιορισμό του τέλους της ζωής, με την επιλογή του τρόπου και χρόνου του θανάτου.
Η συνταγματική θεμελίωση του δικαιώματος στην ευθανασία καλύπτει επομένως καταρχήν και τις δύο μορφές ευθανασίας, τόσο την παθητική όσο και την ενεργητική, με βάση τις ακόλουθες παραδοχές:
- η συνταγματική προστασία της ζωής δεν οδηγεί στην υποχρέωση να ζει κανείς (όπως και η προστασία της υγείας δεν συνεπάγεται την πλήρη απαγόρευση του καπνίσματος ή του αλκοόλ), παρά μόνο με την προσφυγή σε κατασκευές που ανάγουν τα άτομα σε απλά βιολογικά όντα, τη ζωή σε σκέτο βιολογικό φαινόμενο και την κρατική εξουσία σε «βιοεξουσία»,
- η ευθανασία είναι ένας τρόπος αυτοδιάθεσης, διάθεσης του σώματος, ο οποίος μάλιστα δεν οδηγεί καταρχήν σε προσβολή δικαιώματος τρίτων και επομένως ούτε της αντικειμενικής υποχρέωσης του Κράτους να προστατεύει τη ζωή και την υγεία,
- είναι κοινά τα στοιχεία της άρνησης της θεραπείας, του δημόσιου αιτήματος για διακοπή της αγωγής και για την απαλλαγή από τη βάσανο της νόσου, της απαξίας, από ηθική και νομική άποψη, που έχει η επιβολή ιατρικής αγωγής σε περίπτωση σοβαρής βλάβης της υγείας και ανυπόφορης βασάνου χωρίς προοπτική ανάνηψης και με παράλληλη απώλεια αυτενέργειας.
Ωστόσο, επιβάλλεται η διαφοροποίηση στη νομοθετική μεταχείρισή τους και ειδικά στο Ποινικό Δίκαιο, καθώς η ενεργητική ευθανασία συνίσταται επιπλέον στο αίτημα για την άμεση συνδρομή της πολιτείας, στο πρόσωπο του ιατρού, για τη σύντμηση της ζωής και τον προσδιορισμό της αγωγής στη λήψη θανατηφόρων σκευασμάτων, ώστε να επέλθει η απαλλαγή από τη βάσανο.
Κεφάλαιο Δ΄
Το περιεχόμενο της ελευθερίας στο κρίσιμο αίτημα του ασθενούς
Δικαίωμα στο «θάνατο» μπορεί ίσως να νοηθεί μόνο ως «δικαίωμα» στην αυτοκτονία. Όμως, η αυτοκτονία είναι, με μία αυστηρή νομική θεώρηση, ενέργημα που δεν μπορεί να τυποποιηθεί στο νόμο με το να «απαγορευτεί» ή «επιτραπεί», αν και είναι ιστορικά γνωστή η «ποινικοποίησή» της στο παρελθόν. Ο λόγος είναι ότι όποιος επιχειρεί να αυτοκτονήσει εξ ορισμού δεν επικαλείται κανένα νομικό δικαίωμα και ουσιαστικά εξέρχεται «αυθαίρετα» στη «φυσική κατάσταση». Για το λόγο αυτό άλλωστε, η αυτοκτονία δεν προσλαμβάνει - αντίθετα με την ευθανασία - δημόσιο χαρακτήρα, όταν δε τούτο συμβαίνει με τις «απόπειρες» αυτοκτονίας, ενώπιον κοινού και ΜΜΕ, τότε στην πραγματικότητα πρόκειται για ιδιάζουσες μορφές αυτοπροσβολής και αυτοκαταστροφής που προφανώς απαιτούν την αντίδραση του νόμου. Αντίθετα, από τη σκοπιά της έννομης τάξης, νομική υποχρέωση αποτροπής από την αυτοκτονία δεν υφίσταται, παρά μόνο στο βαθμό ακριβώς που προσβάλλονται αγαθά τρίτων. Επομένως, θα ήταν καταρχήν συνταγματικά επιτρεπτή η μη επέμβαση των κρατικών οργάνων για την αποτροπή αυτοκτονίας, όταν αυτή πραγματοποιείται χωρίς δημοσιότητα ή και δεν ζητείται αυτό από τρίτους με δικαιολογημένο συμφέρον ή από τον ίδιο τον αυτόχειρα.
Η απουσία της προσβολής δικαιωμάτων και συμφερόντων τρίτων χαρακτηρίζει καταρχήν και την ευθανασία. Ειδικότερα, κατά την παθητική ευθανασία η πρόθεση του ιατρού, ο οποίος κατ' απαίτηση δεν προχωρεί σε ή διακόπτει τη θεραπεία, είναι να συμμορφωθεί με την άρνηση του ασθενούς και προφανώς όχι να το σκοτώσει. Στην πραγματικότητα, λοιπόν, υφίστανται ήδη οι δυνατότητες άμεσης συνταγματικής θεμελίωσης της παθητικής ευθανασίας ως μορφής άρνησης θεραπείας κατ' άσκησιν του δικαιώματος αυτοδιάθεσης βάσει του άρθρου 5 παρ. 1 Συντ. Μάλιστα, μπορεί βάσιμα να υποστηριχθεί ότι στην παθητική ευθανασία δεν γίνεται κατά κυριολεξία λόγος για δικαίωμα αυτοκαταστροφής, καθώς το αποτέλεσμα της επέλευσης του θανάτου είναι εξωτερικό του νόμου και της άσκησης του δικαιώματος. Πράγματι, η αποβίωση δεν επέρχεται αυτονόητα τη χρονική στιγμή άρνησης της ιατρικής θεραπείας, ίσως δε και αρκετά αργότερα, ακόμα και μετά την προσφυγή σε άλλες, μη συμβατικά ιατρικές αγωγές ή «ανώτερες δυνάμεις», τις οποίες προφανώς το άτομο έχει αναμφίβολα δικαίωμα να επιλέξει ως οδό καταφυγής. Η παθητική ευθανασία επομένως δεν είναι αξιόποινη, ιδίως όταν «η παράλειψη διατήρησης της ζωής -κατ' ασφαλή ιατρική πρόγνωση- δεν παρίσταται ως ενδεδειγμένη».
Ζήτημα ανθρωποκτονίας και ειδικής ποινικής μεταχείρισης τίθεται για την ενεργητική ευθανασία και την ιατρικά υποβοηθούμενη αυτοκτονία, καθώς είναι αναγκαία η άμεση συμμετοχή τρίτου για την ικανοποίηση του αιτήματος του ασθενούς. Τούτο, διότι η ιδιαίτερη νομική υποχρέωση του ιατρού, βάσει της εγγυητικής θέσεώς του, να διατηρεί τη φυσική λειτουργία του οργανισμού ακόμα και με τεχνητά μέσα για κάποιο διάστημα, λήγει μεν, όταν αυτή η διατήρηση «δεν είναι πια εφικτή. Τούτο δεν σημαίνει όμως, ότι από εκείνο και μετά μπορεί με θετική ενέργεια να συντομεύει τη ζωή».
Έρεισμα για τη συνταγματική νομιμότητα της ενεργητικής ευθανασίας παραμένει κυρίως η ελευθερία αυτοπροσδιορισμού, η οποία εν προκειμένω εμπεριέχει ασφαλώς και το στοιχείο της αυτοκαταστροφής. Όπως και στην παθητική ευθανασία, τα στοιχεία: α) της ιδιότητας του ατόμου ως ασθενούς που ακολουθεί ιατρική αγωγή, β) του δημόσιου αιτήματος για διακοπή της ακολουθούμενης αγωγής, γ) των κοινωνικών σχέσεων, με τις οποίες συνυφαίνεται το αίτημα της ευθανασίας (σχέση με τον ιατρό, το ίδρυμα κ.α.), δ) της αυτοπροσβολής και ε) εντέλει της απόφασης για τον τρόπο του θανάτου, συνηγορούν για τη θεμελίωση της συνταγματικής νομιμότητάς της στην ελευθερία ανάπτυξης της προσωπικότητας και όχι τόσο στην προσωπική, φυσική ελευθερία του άρθρου 5 παρ. 1 Συντ. Μάλιστα, στην περίπτωση ενεργητικής ευθανασίας, η νομική και ειδικά συνταγματική απαξία της βασάνου και της παράτασης του ανυπόφορου βίου του ασθενούς, που εντοπίζεται στα άρθρα 2 παρ. 1 και 7 παρ. 2 Συντ., αποκτά εδώ κεντρικό χαρακτήρα και συνιστά πρόσθετο έρεισμα για την υπό όρους νομιμότητα της. Ο δικαιολογητικός λόγος, οι προϋποθέσεις της άρνησης θεραπείας και του δημόσιου χαρακτήρα του αιτήματος του ασθενούς που ζητά τη συνδρομή της πολιτείας, όπως αναπτύχθηκαν ανωτέρω, είναι κοινά και στις δύο μορφές ευθανασίας, θα ήταν επομένως άτοπη λογικά και νομικά η αναγνώριση της νομιμότητας μόνον της παθητικής ευθανασίας.
Επομένως, όταν ο ασθενής σε πλήρη συνείδηση και επανειλημμένα -για να αναφερθούμε στην ευχερέστερη περίπτωση- ζητεί τη διακοπή της θεραπείας του είτε με παραλείψεις των ιατρών είτε με ενέργειές τους, τότε οι ιατροί, το ιατρικό προσωπικό και εν γένει το δημόσιο σύστημα υγείας είναι υποχρεωμένα να παράσχουν τη συνδρομή τους και να απόσχουν από κάθε αντίθετη ιατρική πρακτική, ώστε ο ασθενής να επιτύχει την ευθανασία του. Οι αντιρρήσεις των συγγενών και των ιατρών δεν μπορούν να αντιταχθούν σε αυτήν καθ' εαυτήν τη βούληση του ασθενούς για ευθανασία (εκτός εάν υπάρχουν λόγοι δημοσίου συμφέροντος, όπως στην περίπτωση μελλοθανάτου, ή ο ασθενής είναι ανήλικος ή μειωμένου καταλογισμού κ.α.).
Συνακόλουθα, κρίσιμο στοιχείο για τη νομική ρύθμιση είναι η εξασφάλιση του γνησίου και σταθερού αιτήματος του ασθενούς (μέσω ακόμα και πληρεξουσίων, διαθηκών εν ζωή κ.λ.π.) και η εγγύηση της ιατρικής διαμεσολάβησης είτε με την παροχή από το κράτος κατάλληλων μέσων είτε με την προϋπόθεση συμμετοχής ιατρού στη διαδικασία της ευθανασίας. Έτσι, τα μείζονα προβλήματα ανακύπτουν στην περίπτωση που ο ασθενής έχει απολέσει τη δυνατότητα να εκφράσει τη βούλησή του λόγω της κατάστασης του. Συγκεκριμένα, όταν βρίσκεται αμετάκλητα σε κώμα ή κατάσταση «φυτού» και οι οικείοι και συγγενείς του ζητούν την ευθανασία του, ενώ είναι πιθανή και η άρνηση ιατρικής στήριξης από πλευράς δημοσίου ιδρύματος σε περίπτωση ασθενούς με μακρόχρονη, πλήρη και μόνιμη απώλεια συνείδησης. Τότε η λύση για το δίκαιο, όταν δεν προκρίνεται η γενική απαγόρευση της ευθανασίας, είναι η καταφυγή, όπως έχει αναπτυχθεί στη νομολογία ιδίως αμερικανικών δικαστηρίων, σε τεκμήρια μιας εικαζόμενης βούλησης, με όλα τα ενδεχόμενα αυθαίρετων ερμηνειών για τη διαμόρφωση κρίσης που γίνεται, ούτως ή άλλως, ερήμην του ενδιαφερόμενου αλλά, όπως το θέλει το δίκαιο, προς το συμφέρον του. Σύμφωνα με τα παραπάνω, πάντως, η διατήρηση στη ζωή ενός τέτοιου ασθενούς ισοδυναμεί με τον υποβιβασμό του σε πράγμα -απλή βιολογική οντότητα- και άρα πρόκειται για παράνομη πρακτική που αντίκειται στην ανθρώπινη αξιοπρέπεια και λίγο απέχει, όπως και γενικότερα στην περίπτωση της εξαναγκαστικής θεραπείας, από την απάνθρωπη και ατιμωτική μεταχείριση, καθώς μάλιστα σε αυτές τις οριακές περιπτώσεις η αγωγή δεν είναι πλέον θεραπευτική, αλλά αγωγή παράτασης της ζωής. Η συνέχισή της, επομένως, «προσκρούει στην ανθρώπινη αξία και στο άρθρο 2 παρ. 1 Συντ.: ουσιαστικά ο ανήμπορος άνθρωπος καθίσταται μέσο για τη συνέχιση της υπηρεσίας ευγενών μεν σκοπών, όπως -η διατήρηση του όρκου του Ιπποκράτη κ.λπ., όχι ικανών όμως να ακυρώσουν το δικαίωμα να πεθαίνει κανείς με αξιοπρέπεια». Συνεπώς, τόσο οι συγγενείς και οικείοι του ασθενούς δικαιούνται οπωσδήποτε να απαιτήσουν τη διακοπή της θεραπείας, όσο και οι δημόσιες αρχές υποχρεούνται να απέχουν από παρόμοιες ατιμωτικές μεταχειρίσεις. Όπως, μάλιστα, υποστηρίζει ο J.Feinberg «δεν υπάρχει κανένα κρατικό συμφέρον για την διατήρηση μιας απλά βιολογικής μορφής ζωής χωρίς συνείδηση»: δεν μπορεί να αξιώνεται προστασία για μία ζωή πλήρως αποσυνδεδεμένη από το ζων πρόσωπο.
Ο πρόσφατος ολλανδικός νόμος για τον «τερματισμό της ζωής κατ' απαίτηση και την υποβοηθούμενη αυτοκτονία» [«Termination of Life on Request and Assisted Suicide (Review Procedures) Act] «νομιμοποιεί» την ενεργητική ευθανασία και την ιατρικά υποβοηθούμενη αυτοκτονία, προσδιορίζοντας καταρχάς τα αντικειμενικά κριτήρια για τη νόμιμη υποβολή του αιτήματος του ασθενούς, για τη διαπίστωση και τήρηση των οποίων είναι επιφορτισμένος ο θεράπων ιατρός. Από αυτά επισημαίνουμε: α) το εθελούσιο και ώριμο αίτημα του ασθενούς, β) το ανυπόφορο της βασάνου και την έλλειψη κάθε πιθανότητας βελτίωσης, γ) το κοινό συμπέρασμα ιατρού και ασθενούς ότι δεν υφίσταται άλλη εύλογη εναλλακτική λύση, αλλά και δ) την αναγκαία προσφυγή στη γνώμη τρίτου ιατρού, ο οποίος θα αποφανθεί για τα παραπάνω. Το νομοθέτημα δίνει τη δυνατότητα στον ασθενή άνω των 16 ετών να υποβάλλει γραπτή δήλωση, με την οποία δηλώνει την επιθυμία του για ευθανασία, η οποία λαμβάνεται υπόψη και γίνεται σεβαστή βάσει των παραπάνω σε περίπτωση που ο ασθενής περιέλθει σε κατάσταση που αδυνατεί πλέον να εξωτερικεύσει τη βούλησή του. Στη συνέχεια ο νόμος προβλέπει αλλαγές στον Ποινικό Κώδικα, με τις οποίες η ευθανασία και η ιατρικά υποβοηθούμενη αυτοκτονία καθίστανται λόγοι άρσεως του αδίκου για τα αδικήματα της ανθρωποκτονίας από οίκτο και της συμμετοχής στην αυτοκτονία, προκειμένου για τους ιατρούς που θα δράσουν τηρώντας τα παραπάνω κριτήρια του νόμου και αποδεχόμενοι το αίτημα του ασθενούς. Η καταγραφή και ο έλεγχος των υποθέσεων ευθανασίας και ειδικότερα του έργου των ιατρών που συνδράμουν στην ευθανασία γίνεται από τοπικές επιτροπές, στις οποίες μετέχουν νομικοί, ιατροί και ειδικοί σε θέματα ηθικής. Σε περίπτωση που διαπιστωθούν αυθαίρετες ενέργειες του θεράποντος και του συνδράμοντος ιατρού, οι επιτροπές αυτές ενημερώνουν την εισαγγελική αρχή.
Είναι εμφανές, ότι ο ολλανδικός νόμος για τη νομιμοποίηση της ευθανασίας δεν ρυθμίζει την άσκηση ενός δικαιώματος του ασθενούς, ούτε καν συνιστά ένα ειδικό ποινικό νόμο που εκκινεί από την αναγνώριση ως επιτρεπτής μίας πράξης αυτοπροσβολής. Αντίθετα, έχει έντονα «ιατροκεντρικό» χαρακτήρα, καθώς ρυθμίζει εξαντλητικά την ποινική ευθύνη του θεράποντος ιατρού, απηχώντας και εκφράζοντας τις βασικές παραδεδεγμένες θέσεις του δημόσιου διαλόγου για την ευθανασία και τον εύλογο φόβο των πολιτών για τη δυνατότητα καταχρήσεων. Από την άλλη πλευρά, προάγει τη συνεργασία ιατρού και ασθενούς και αποφεύγει κάθε ρύθμιση που θα εμπεριείχε στοιχεία εκτίμησης της «αξίας» της ζωής από τρίτο μέρος.
Οι ενστάσεις των αντιτιθέμενων στην ευθανασία επικεντρώνονται -πέραν από την πατερναλιστική εκδοχή της υποχρέωσης «απόλυτης» προστασίας της ζωής- στη ρεαλιστική εκτίμηση για τις δυνατότητες κατάχρησης από συγγενείς, ιατρούς και νοσηλευτές, ακόμα και, εμμέσως, από την πλευρά ασφαλιστικών εταιρειών και ταμείων, που θα ασκούν ψυχολογική πίεση σε ασθενείς καταπονημένους αλλά και ευάλωτους σε προσωπικό και οικονομικό επίπεδο. Επίσης, επιμένουν στην πρόοδο της ιατρικής και της φαρμακευτικής που, με τη συνδρομή ίσως άλλων δυνάμεων, μπορούν να κάνουν θαύματα σε καταστάσεις που φαίνονταν απέλπιδες. Κυρίως, όμως, οι πολέμιοι της ευθανασίας, ιδίως δε της ενεργητικής ευθανασίας, αντιτάσσουν τις παρούσες δυνατότητες της ιατρικής, η οποία κρίνεται ως «ένα επάγγελμα με εγγενή ηθικό χαρακτήρα», ως επιστήμη και νοσηλευτική πρακτική ικανή, να προσφέρει επαρκή φροντίδα απάλυνσης του πόνου («καταπραϋντική φροντίδα - «palliative care») και να περιθάλπει με επιμέλεια τους βαριά άρρωστους. Ορισμένοι δεν διακρίνουν μεταξύ παθητικής και ενεργητικής ευθανασίας, αποδίδοντας την ίδια απαξία και στις δύο μορφές, διότι, όπως έχει υποστηριχθεί, «όταν σκοπός μιας ιατρικής απόφασης είναι η επίσπευση του θανάτου, αυτό οπωσδήποτε κι εάν εκδηλώνεται έχει το ίδιο ουσιαστικό ηθικό και πρακτικό περιεχόμενο».
Σε ό,τι αφορά τους, αναμφισβήτητα υπαρκτούς, κινδύνους κατάχρησης κρίνουμε ορθή τη θέση ότι η ισχυρότερη αποτρεπτική εγγύηση είναι «να καταστήσουμε διαφανείς τις ιατρικές αποφάσεις για το τέλος της ζωής». Αυτό σημαίνει «να εστιάσουμε στη συναίνεση [του ασθενούς], παρά στις έννοιες της αιτίας και της πρόθεσης που θεμελιώνουν την παραδοσιακή άποψη» και να εξειδικευτούν στο νόμο οι ειδικές αντικειμενικές προϋποθέσεις και εγγυήσεις σχετικά με τη διαπίστωση της βαρύτητας της κατάστασης, με τη συνεργασία ιατρού και ασθενούς, περισσότερο δε ως προς το γνήσιο και σταθερό χαρακτήρα του αιτήματος του ασθενούς. Ο έλεγχος της πλήρωσης αυτών των προϋποθέσεων θα ήταν η αποκλειστική αποστολή και το έργο ενός συμβουλίου ή επιτροπής βιοηθικής που θα εμπλεκόταν εκ των υστέρων ή και μετά από την υποβολή του αιτήματος του ασθενούς, σε καμία δε περίπτωση δεν θα επιτρεπόταν να προβαίνει σε αξιολόγηση της «αξίας» της ζωής του προσώπου. Πράγματι, έστω, ότι ο εμπλεκόμενος ιατρός ή και το νοσηλευτικό ίδρυμα διαφωνούν ως προς τις προοπτικές της εξέλιξης της νόσου αλλά και το ανθρώπινο της μεταχείρισης επικαλούμενοι π.χ. πειραματική θεραπεία ή τη δυνατότητα παράτασης της ζωής με αγωγή παυσιπόνων ή ακόμα αμφιβάλλουν για την κρίση του ασθενή ως προς την ένταση των πόνων. Πρέπει να παραδεχθούμε ότι, πέραν από τις κοινές παραδοχές της ιατρικής και, ενδεχομένως, τη στατιστική καταγραφή περιπτώσεων, δεν υφίσταται σε κάθε συγκεκριμένη περίπτωση αντικειμενικό μέτρο ή κριτήριο επιμέτρησης του ουσιαστικά βάσιμου του αιτήματος του ασθενούς, ούτε επιστημονικό ούτε ηθικό-νομικό. Σύμφωνα με τη διατύπωση ενός πολέμιου της ευθανασίας, «δεν υπάρχει αντικειμενικός τρόπος για τη μέτρηση ή κρίση των ισχυρισμών του ασθενούς ότι τα βάσανά του είναι ανυπόφορα».
Εδώ το δικαίωμα στην ευθανασία αποκαλύπτεται στην «επικίνδυνη» συγγένειά του με ό,τι, κατά την παραδοσιακή θεώρηση, αντίκειται στο νομικό κανόνα και την ορθολογική νομική σκέψη. Περιεχόμενο της βούλησης του ασθενούς για αυτοπροσδιορισμό, το «έτσι θέλω», με την έννοια του μη αναγώγιμου «πονάω πολύ, δεν αντέχω άλλο», νομικό περιεχόμενό της το «έτσι εκφράζω τον εαυτό μου και την προσωπικότητά μου» με τη διακοπή της ιατρικής αγωγής ή και τον προσδιορισμό μιας νέας αγωγής αποκλειστικά προσανατολισμένης στο «θέλω» αυτό. Αποστολή αλλά και καταξίωση του δικαίου είναι η ειδική ρύθμιση του δικαιώματος, οπωσδήποτε με τη σαφή και πλήρη αναφορά στις αντικειμενικές προϋποθέσεις της άσκησής του, αλλά και με την κατοχύρωση της ελευθερίας του βαριά ασθενούς και του θνήσκοντος να επιλέγει το ευ θνήσκειν, όταν φρονεί ότι αυτή η επιλογή συνάδει με τις αντιλήψεις του για το ευ ζειν.
Επίλογος
Η προσωπικότητα και η αυτο-προσβολή της νομικής υπόστασης του ατόμου
Ως μορφή αυτοπροσβολής και αυτοκαταστροφής η ευθανασία έχει κατ' αρχήν αρνητικό περιεχόμενο (διακοπή της υφιστάμενης θεραπείας ή της φαρμακευτικής αγωγής), μολονότι αυτό δεν συνεπάγεται την άρνησή της από το νόμο, καθώς πολλές μορφές αυτοπροσβολής είναι νόμιμες ακριβώς ως εκφάνσεις της προσωπικότητας του ατόμου. Ωστόσο, δεν πρόκειται απλά για μια ακραία περίπτωση αυτοπροσβολής που αντιστοιχεί σε δικαίωμα σε έναν αδιαφοροποίητο «θάνατο», αλλά για μια επιλογή διάθεσης της φυσικής-βιολογικής υπόστασης του ατόμου και προσδιορισμού της ιατρικής του αντιμετώπισης λόγω εξαιρετικών συνθηκών. Ειδικότερα, συνιστά ελευθερία επιλογής του τρόπου του θανάτου, επομένως από την άποψη αυτή είναι ένα θετικό δικαίωμα στην επιλογή του τρόπου ζωής, σύμφωνα με όσα ορίζει η προσωπικότητα του ασθενούς, καθώς μάλιστα εξειδικεύεται ως άρνηση στην αγωγή παράτασης της ζωής που χαρακτηρίζεται από πόνο ή έλλειψη συνείδησης. Μια τέτοια αγωγή θα συνιστούσε επίσης προσβολή της αξιοπρέπειας ως «εξαναγκασμός του ασθενούς να παραμείνει ζωντανός, ως ένα είδος «ιατρικού επιτεύγματος», ενάντια στη βούλησή του». Ο εξαναγκασμός προς το ζην και μάλιστα σε κατάσταση και τρόπο ζωής που κυριαρχείται από πόνο και πλήρη μηχανική και ιατρική εξάρτηση, εντέλει από απώλεια της ελευθερίας του πράττειν αντίκειται στην προστασία της αξίας του ανθρώπου ως αυτόνομου και αυτόβουλου ατόμου. Ο ασθενής επιλέγει τη διάθεση του σώματός του με τη μορφή της ευθανασίας, επιδιώκοντας να το θέσει πλήρως υπό την εξουσία του, ώστε να μη μετατραπεί αμετάκλητα η βιολογική υπόστασή του σε εξάρτημα και «σώμα» μηχανημάτων και σκευασμάτων που ελέγχονται από τρίτους.
Όπως υποστηρίζει ο Ronald Dworkin «η ιδέα ενός καλού - θανάτου δεν εξαντλείται στο πως πεθαίνει κανείς - αλλά περιλαμβάνει και τον χρόνο επέλευσης (timing)». Ασφαλώς το δικαίωμα συνοδεύεται λογικά από και πρέπει να συνδεθεί, σε τυχόν νομοθετική ρύθμιση, με αυτονόητα σοβαρούς περιορισμούς στην άσκησή του, οι οποίοι απορρέουν τόσο από την υποχρέωση για την προστασία της ζωής όσο και από τα δικαιώματα τρίτων, λαμβάνουν δε την μορφή εγγυήσεων: α) για τη διαπίστωση του γνήσιου και αμετάβλητου της διαμόρφωσης και έκφρασης της βούλησης του ασθενούς και β) για την εξασφάλιση του πλέον πρόσφορου μέσου για την περάτωση της ευθανασίας.
Παρόλα αυτά, θα επιμείνουμε: η νομιμότητα της εκούσιας ευθανασίας δεν αναιρεί το χαρακτήρα της ως εκ των πραγμάτων μορφή αποχώρησης από την κοινότητα των νομικών υποκειμένων και καταστροφή της νομικής υπόστασης του ατόμου και της «ανθρώπινης» ιδιότητάς του. Αυτός ο νομικά οριακός χαρακτήρας του δικαιώματος στην ευθανασία και η θεμελίωσή της, οριακά, στη μη αναγώγιμη σε υπέρτατες αξίες βούληση και απόφαση του ατόμου - ασθενούς για τα ευ ζειν και ευ θνήσκειν αυτού, δικαιολογεί και απαιτεί τη νομική θεμελίωσή της κατεξοχήν στην ελευθερία ανάπτυξης της προσωπικότητας και ειδικότερα στο άρθρο 5 παρ. 1 Συντ., νοούμενη ως έλλειψη περιορισμών σε ό,τι αφορά τη φυσική και ψυχοσωματική ύπαρξη και δράση του ανθρώπου.
Η προσωπικότητα, ως «μετανομική έννοια», δεν ταυτίζεται ή και υπερβαίνει, ενδεχομένως και στην περίπτωση της ευθανασίας, την έννοια του προσώπου, η οποία έχει ηθική γενεαλογία: η «προσωπικότητα» -όπως προκύπτει και από ορισμένα από τα δικαιώματα που την εξειδικεύουν», λ.χ. η σεξουαλική ελευθερία ή τα δικαιώματα στη μορφή και το όνομα- έχει κατά κύριο λόγο αισθητικό χαρακτήρα, καθώς αφορά τη διάθεση του σώματος, την εν γένει εξωτερίκευση και έκφρασή του και την πολύμορφη εμπειρική δραστηριότητα στην κοινωνική ζωή. Η ελευθερία της προσωπικότητας έχει περιεχόμενο που δεν μπορεί να τυποποιηθεί πλήρως νομικά, εξ ορισμού είναι πολύμορφη ή μάλλον «απειρόμορφη», αν μας επιτραπεί ο νεολογισμός. Είναι λοιπόν το δικαίωμα στην ελεύθερη ανάπτυξη της προσωπικότητας ο κατεξοχήν δεσμός του Συντάγματος με το σώμα. ΄Αλλωστε, όπως υποστηρίζεται ορθά, «η ανθρώπινη αξιοπρέπεια δεν είναι δυνατή χωρίς την αναγνώριση προσωπικής κυριαρχίας». Η ελευθερία της προσωπικότητας προβάλλει ως το θετικό νομικό έρεισμα για τη σωματική ελευθερία, τόσο ως ελευθερία κίνησης όσο και ως ελευθερία έκφρασης και αυτοδιάθεσης. Η εκούσια ευθανασία (όπως και η εκούσια άμβλωση) είναι πράγματι μια, έστω, οριακή εκδοχή της σωματικής ελευθερίας, όχι μόνο διότι το άτομο εμμένει στην αυτοδιάθεση του σώματος, ακόμα και με την καταστροφή του, αλλά και διότι ορίζει τη νομική ελευθερία (ίσως και έναντι του δικαίου) ως άρρηκτη με τη φυσική υπόσταση και τη «σωματικότητα» - εξωτερικότητα του νομικού υποκειμένου. Από την άποψη αυτή, ισχύει η θέση ότι η οντολογική ενότητα και η βιολογική αυθυπαρξία του ανθρώπου καθορίζει και τη νομική σύλληψή του ως αυτοτελούς υποκειμένου, χωρίς αυτό να οδηγεί στην ταύτιση της βιολογικής υπόστασης με την δικαιϊκή του σύλληψη ως υποκειμένου ή προσώπου.
Κατά την άσκηση των δικαιωμάτων του ατόμου, το νομικό υποκείμενο πράττει όχι μόνον ως πρόσωπο αλλά και ως προσωπικότητα, ακόμα και σε αντιπαράθεση με την έννομη τάξη. Και, όταν του αντιτάσσεται ότι κάθε σχετική νομική ρύθμιση μοιραία θα καταδείξει ότι το σώμα μας κατοικείται, ήδη, από τους άλλους (οικείους, συγγενείς, κρατικούς αξιωματούχους) και την ίδια την ανθρωπότητα, σε οριακές περιπτώσεις, όπως η επιλογή της ευθανασίας, ο άνθρωπος αρνείται κάθε διαμεσολάβηση και απαιτεί για το σώμα του την παράσταση και εξωτερίκευση μόνον του εαυτού του. 

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Related Posts Plugin for WordPress, Blogger...