Τετάρτη, 23 Φεβρουαρίου 2011

Facebook: ένα ακόρεστο δίκτυο

Πριν από μερικές ημέρες, το Facebook μού ζήτησε να αλλάξω όνομα. Οχι επειδή το ψευδώνυμό μου ήταν χυδαίο, ενθάρρυνε το φυλετικό μίσος, σφετεριζόταν το όνομα του πανίσχυρου Μαρκ Ζούκερμπεργκ (αφεντικό, ιδρυτής και βασικός μέτοχος του ιστότοπου) ή ήταν παρεμφερές με κάποιο εμπορικό σήμα. Αλλά διότι είχα επινοήσει ένα επώνυμο που αποτελούνταν από χαρακτήρες Μπράιγ. Οι τεχνικοί του καλιφορνέζικου ιστότοπου ξαφνικά αποφάσισαν ότι κάτι τέτοιο δεν ήταν πλέον ορθό τυπογραφικώς.
Κατά την εγγραφή, το Facebook είχε επιβεβαιώσει την ύπαρξή μου μετά την επικύρωση ενός μυστικού κωδικού που εστάλη στο τηλέφωνό μου. Επίσης, είχε επιμείνει να του δώσω το συνθηματικό του ηλεκτρονικού ταχυδρομείου μου, προκειμένου να ανακτήσει την ατζέντα των διευθύνσεών μου και έτσι να διευκολυνθεί στον εντοπισμό των επαφών μου -των «φίλων» μου, σύμφωνα με τη σχετική ορολογία.
Μονίμως εποπτευόμενη από αλγόριθμους, σύμφωνα με όρους χρήσης που κανείς δεν διαβάζει, η γαλάζια σελίδα του Facebook προσφέρει στα μέλη του ένα βολικό κουκούλι για να συζητούν χωρίς να βομβαρδίζονται από ανεπιθύμητα μηνύματα. Οι διαφημίσεις είναι σχετικά διακριτικές και έτσι μπορούμε άνετα να βλέπουμε τις φωτογραφίες των φίλων μας, να διασκεδάζουμε ή να αγανακτούμε με τις ίδιες ειδήσεις, να παίζουμε τα ίδια παιχνίδια, να παρακολουθούμε τα πιο ασήμαντα ή τα πιο χαρούμενα γεγονότα της ζωής τους. Τα μηνύματα που ανταλλάσσονται καλύπτουν όλο το φάσμα της ανθρώπινης σκέψης, από το στοιχειώδες «κάνω μπάνιο» έως τις αιχμηρές παρατηρήσεις πάνω στη σύγχρονη τέχνη και τις αναγγελίες γεννήσεων. (1)
Στο Facebook οι αλληλεπιδράσεις είναι πάντοτε θετικές: μπορείς, κάνοντας κλικ στο κατάλληλο πλήκτρο, να δηλώσεις ότι «σου αρέσει» κάτι, αλλά όχι ότι το απεχθάνεσαι· όταν κερδίζεις έναν καινούριο φίλο ειδοποιείσαι -όχι όταν κάποιος σε εγκαταλείπει. Διάφοροι έλεγχοι προστατεύουν τον χρήστη: ένας ταξιδιώτης που συνδέεται από ένα ασυνήθιστο μέρος υποβάλλεται σε ένα (παιχνιδιάρικο) ερωτηματολόγιο, βασισμένο σε φωτογραφίες, προκειμένου να αποδείξει την ταυτότητά του. Ευαίσθητες σελίδες -όπως εκείνη του γκρουπ υποστήριξης στον στρατιώτη Μπράντλεϊ Μάνινγκ, ο οποίος κατηγορείται ότι διοχέτευσε απόρρητες πληροφορίες για τον πόλεμο του Ιράκ στον ιστότοπο του WikiLeaks- ενίοτε καταργούνται χωρίς εξηγήσεις, για να αποκατασταθούν μερικές ημέρες αργότερα... Για να περιορίσουν ορισμένες καταχρήσεις της υπηρεσίας, τα μέλη καλούνται να καταγγείλουν με ένα κλικ τα ενοχλητικά μηνύματα και κατόπιν ο ιστότοπος καταργεί τον λογαριασμό των ενόχων: ένα «παράθυρο» το οποίο εκμεταλλεύονται πάσης φύσεως ακτιβιστές, οργανώνοντας με αυτή τη μέθοδο την αποσύνδεση των πολιτικών αντιπάλων τους. (2) Το Facebook μερικές φορές ενδίδει επίσης στον πειρασμό της λογοκρισίας και παρεμποδίζει τους συνδέσμους προς ιστότοπους ανταλλαγής αρχείων ή προς καλλιτεχνικές και πολιτικές εκφράσεις -όπως το Seppukoo.com, που επιτρέπει στους χρήστες του Διαδικτύου... να σβήσουν τα δεδομένα τους από το Facebook.
Αυτό το σοφό μείγμα ιδιωτικής ζωής και ηδονοβλεψίας, αυτό το μειλίχιο καθεστώς μετριοπαθούς παραβίασης και επιτηρούμενης ελευθερίας συνιστά την κερδοφόρο συνταγή του κ. Ζούκερμπεργκ. Χάρη σε αυτήν έκανε μια πρωτοφανή επίδειξη δύναμης, συγκεντρώνοντας πεντακόσια εκατομμύρια εγγεγραμμένους χρήστες, εκ των οποίων το 50% συνδέεται κάθε μέρα, για συνολικά επτακόσια δισεκατομμύρια λεπτά τον μήνα -ενώ διακόσια εκατομμύρια άτομα συμβουλεύονται το «κοινωνικό δίκτυο» μέσω κινητού τηλεφώνου. Εχοντας ξεκινήσει από το τίποτα -ή σχεδόν τίποτα, αφού το κύρος του Πανεπιστημίου Χάρβαρντ δεν έπαιξε αμελητέο ρόλο στην εκρηκτική εκκίνησή του, τον Φεβρουάριο του 2004- το Facebook είναι πλέον, με μόλις χίλιους επτακόσιους υπαλλήλους, ο πιο σημαντικός ιντερνετικός τόπος του πλανήτη.
Αυτοβούλως παρεχόμενα από τους χρήστες του Διαδικτύου, τα προσωπικά δεδομένα εξάπτουν την απληστία. Δίνουν την ευκαιρία στους ειδικούς του μάρκετινγκ να έχουν στα χέρια τους ένα στοχευμένο κοινό -κατά φύλο, ηλικία, ημερομηνία γέννησης, γλώσσα, χώρα, πόλη, εκπαίδευση, περιοχές ενδιαφέροντος κ.λπ.- προσδιορισμένο πολύ ακριβέστερα απ' ό,τι στις παραδοσιακές σφυγμομετρήσεις των ΜΜΕ. Και με ένα ακροατήριο που προσεγγίζει εκείνο της τηλεόρασης. Στις 22 του περασμένου Νοεμβρίου, η φίρμα πολυτελείας Louis Vuitton απευθύνθηκε με αυτόν τον τρόπο, χωρίς ενδιάμεσο, σε 1.664.789 χρήστες του Διαδικτύου. Τόσα ήταν τα άτομα που, κάνοντας κλικ σε ένα πλήκτρο «μου αρέσει», παρότρυναν τους φίλους τους να κάνουν το ίδιο. Το περιεχόμενο που προτείνει η σελίδα αυτού του κατασκευαστή δερμάτινων ειδών κυμαίνεται από επιδείξεις μόδας έως το ημερολόγιο ταξιδιού του τραγουδιστή Μπόνο «στην καρδιά της Αφρικής».
ΙΣΤΟΤΟΠΟΣ ΣΥΓΚΕΝΤΡΩΣΗΣ
Ανάμεσα στις δημοφιλείς σελίδες, εκείνες εταιρειών όπως των Starbucks, της Coca-Cola ή των μπισκότων Oreo προσελκύουν ένα κοινό από δέκα έως είκοσι πέντε εκατομμύρια άτομα. Ομως οι μεγάλες μάρκες δεν είναι οι μόνες που εκμεταλλεύονται αυτή τη φλέβα χρυσού. Στη δική τους κλίμακα, ο τοπικός τεχνίτης, ο ταπεινός συγγραφέας και η μικρή επιχείρηση επωφελούνται από το ίδιο σύστημα προκειμένου να αναδειχθούν. Η «Monde Diplomatique» δεν ξεφεύγει από αυτό: η σελίδα της στο Facebook, που άνοιξε στα τέλη του 2009 με πρωτοβουλία μιας αναγνώστριας, ήδη συγκεντρώνει 45.861 μέλη.
Επιτρέποντας στον καθένα να αναδεικνύει τον εαυτό του ως «προσωπική μάρκα», το Facebook είναι ο μαγικός καθρέφτης της εγωπαθούς και διαφημιστικής εποχής μας. Η εμπειρία του Facebook προσφέρει στον χρήστη την αίσθηση μιας διαρκούς παράστασης μπροστά σε ένα κοινό εκατόν τριάντα ανθρώπων (ο μέσος αριθμός φίλων), που χειροκροτούν κάθε χειρονομία και κάθε ευφυολόγημα. Οσο περισσότερο η ψηφιακή προβολή της ύπαρξής μας αποκαλύπτει την πραγματικότητα της προσωπικότητάς μας -ή των πόθων μας- τόσο πιο πολύ αφηνόμαστε να μεθάμε από την αντανάκλασή της. (3) Αυτό το συναίσθημα οδηγεί τον καθένα να τροφοδοτεί διαρκώς τη σελίδα του, μερικές φορές με τρόπο ψυχαναγκαστικό, δημοσιοποιώντας τις προτιμήσεις του, τη διεύθυνσή του, τη θέση του σε πραγματικό χρόνο, χάρη σε ποικίλες τεχνικές γεωεντοπισμού, ή το χρονικό των ερωτικών του μικροκαβγάδων.
Το Facebook όμως δεν λογαριάζει να σταματήσει εκεί: από κλειστός ιστότοπος, εφεξής επιθυμεί να εξαπλωθεί στο σύνολο του παγκόσμιου ιστού. Εισηγμένο τον Απρίλιο του 2010, το πλήκτρο «μου αρέσει» είναι μια χρήσιμη λειτουργία, φαινομενικά ανώδυνη, που κάθε διαχειριστής δικτύου μπορεί να ενσωματώσει στις ιστοσελίδες του για να διευκολύνει τον «ντόρο» γύρω από αυτές· χάρη σε αυτό το δαιμόνιο σύστημα, ήδη εγκατεστημένο σε ένα εκατομμύριο ιστότοπους, η εταιρεία καυχιέται ότι μπορεί να ιχνηλατήσει ονομαστικά τις επισκέψεις στον ιστό εκατόν πενήντα εκατομμυρίων ατόμων κάθε μήνα, εμβαθύνοντας ακόμη περισσότερο στη σκιαγράφηση του προφίλ τους. Εξάλλου, προκειμένου να εξυπηρετήσει (και να προσδιορίσει) ακόμη καλύτερα τον χρήστη του Διαδικτύου, το Facebook μόλις παρουσίασε ένα σύστημα ηλεκτρονικού ταχυδρομείου που συγχωνεύει ηλεκτρονικά μηνύματα, SMS και υπηρεσίες άμεσων μηνυμάτων -σε μετωπικό ανταγωνισμό με το Google, την άλλη γιγαντιαία πύλη ελέγχου του δικτύου.
Το Facebook διαβεβαιώνει ότι μόνο οι φίλοι μας έχουν πρόσβαση σε αυτόν τον όγκο κειμένων και φωτογραφιών που ξεχύνεται διαρκώς προς τις βάσεις δεδομένων του. Επειτα από έρευνα της «Wall Street Journal», που αποκάλυψε πως μερικοί από τους μεγαλύτερους διαχειριστές παιχνιδιών στο Facebook παρακρατούσαν τα προσωπικά στοιχεία αναγνώρισης των παικτών και των φίλων τους, η εταιρεία διακήρυξε, τον Νοέμβριο του 2010, τη «μηδενική ανοχή» της απέναντι στους εμπόρους δεδομένων και διαβεβαίωσε πως «ποτέ δεν πούλησε ούτε και πρόκειται ποτέ να πουλήσει πληροφορίες για τους χρήστες».
ΕΠΙΚΙΝΔΥΝΑ ΙΧΝΗ
Το 1993, ένα σκίτσο που δημοσιεύθηκε στους «Times» της Νέας Υόρκης εξηγούσε πως «στο Ιντερνετ, κανείς δεν ξέρει αν είσαι σκύλος». Το 2010, η ανωνυμία βρίσκεται στα πρόθυρα της κατάργησης. «Με δεκατέσσερις φωτογραφίες σας, έχουμε τη δυνατότητα να προσδιορίσουμε την ταυτότητά σας», υπενθύμιζε ο πρόεδρος και γενικός διευθυντής του Google, Ερίκ Σμιθ, στο συνέδριο Techotomy, στις 14 Αυγούστου 2010. «Νομίζετε πως δεν υπάρχουν δεκατέσσερις φωτογραφίες σας στον ιστό; Υπάρχουν οι φωτογραφίες του Facebook». Μια κατάσταση, στην πραγματικότητα όχι μόνο αμετάκλητη, αλλά και απαραίτητη στα μάτια του: «Σε έναν κόσμο γεμάτο ασύμμετρες απειλές, η πραγματική ανωνυμία είναι πολύ επικίνδυνη. (...) Χρειαζόμαστε ένα αξιόπιστο σύστημα εξακρίβωσης της ταυτότητας -και το καλύτερο παράδειγμα μιας τέτοιας υπηρεσίας σήμερα είναι το Facebook. (...) Οι κυβερνήσεις στο τέλος θα φτάσουν να το απαιτούν από τους ανθρώπους». Αν ακόμη παραμένει υπαρκτή η δυνατότητα να ξεγελάσεις το σύστημα, στο μέλλον κάτι τέτοιο θα είναι όλο και πιο δύσκολο. Οι αρχιτέκτονες του δικτυακού κόσμου και οι πολιτικοί ηγέτες έχουν την πρόθεση να «εκπολιτίσουν» ένα ελεύθερο Διαδίκτυο, το οποίο αντιλαμβάνονται ως ζώνη μη-δικαιωμάτων. Αν καταφέρουν να το καθυποτάξουν, η παραχώρηση των πραγματικών μας στοιχείων θα είναι το τίμημα που θα πληρώνουμε για να συμμετάσχουμε με πλήρη δικαιώματα. Ο παγκόσμιος ιστός μέχρι στιγμής χρησίμευε ως εικόνα που συμβόλιζε ένα αποκεντρωμένο σύστημα διασυνδεδεμένων μεταξύ τους υπολογιστικών δικτύων. Κανείς δεν φανταζόταν πως στο κέντρο του θα ερχόταν να εγκατασταθεί μια ακούραστη αράχνη με σκοπό να κατασκοπεύει όλους τους χρήστες.
(1) Miyase Christensen, «Facebook is watching you» («Το Facebook σε παρακολουθεί»), «Maniere de voir», no 109, «Internet, revolution culturelle», Φεβρουάριος-Μάρτιος 2010.
(2) Βλ. Fabrice Epelboin, «Guerre civile sur Facebook» («Εμφύλιος πόλεμος στο Facebook»), «Read-WriteWeb France», 14 Μαΐου 2010.
(3) Ακόμη περισσότερο από το Social Network (του Ντέιβιντ Φίντσερ, 2010) -που παραμένει μια εξαιρετική ταινία σχετικά με το Χάρβαρντ, την πληροφορική και την εξουσία -το Catfish, ένα ντοκιμαντέρ των Χένρι Τζοστ και Αριέλ Σούλμαν, είναι που συλλαμβάνει την ουσία του Facebook.
*Δημοσιογράφος, «Le Monde diplomatique». 

Κυριακάτικη Ελευθεροτυπία, Κυριακή 20 Φεβρουαρίου 2011

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Related Posts Plugin for WordPress, Blogger...