Σάββατο, 19 Φεβρουαρίου 2011

Συνοπτικός πίνακας μορίων - συνδέσμων και επιρρημάτων με την πιθανή μετάφρασή τους

ἀεί
πάντα
κάθε φορά
συνεχώς
ἄλλως
αλλιώς, με άλλον τρόπο, διαφορετικά
γενικά, απλώς
εκτός από αυτό
ἄλλως πως: κάπως αλλιώς
ἄλλως τε καί + αιτία (εναντίωση ή υπόθεση): και για άλλους λόγους και επειδή, και μάλιστα, και ιδιαίτερα, εφόσον μάλιστα
ἄρα
λοιπόν, κατά συνέπεια
ίσως (σε υποθετική πρόταση)
π.χ. εἰ μή ἄρα: εκτός αν, ίσως αν
εἰ (ἄν) ἄρα: αν τυχόν, αν πράγματι
δηλαδή, βέβαια
ὡς ἄρα: ότι τάχα
ἆρα (ἆρα γε, ἆρ’ οὖν)
ἀραγε, μήπως (σε ερωτηματικές προτάσεις)
αὖ (χρονικό)
πάλι, από την άλλη μεριά
αὖθις: πάλι
αὐτίκα: αμέσως, την ίδια ώρα, λόγου χάρη, για απόδειξη
αὖ (τοπικό): πίσω, εκ νέου, στο εξής, επιπλέον, εκτός από αυτό
αὐτίκα καί μετέπειτα: τώρα και μετά
αὒτως (ὡσαύτως):έτσι ακριβώς, ακριβώς όπως και προηγουμένως
ἀλλά
αλλά
μόνο, μόνο που, παρά μόνο (συνοδεύεται συνήθως από το ἢ)
απεναντίας, αντίθετα (μετά από ερώτηση ή άρνηση)
εμπρός λοιπόν (με προστακτική ή υποτακτική)
τουλάχιστον (συνήθως μετά από υποθετικές, εναντιωματικές προτάσεις)
ἀλλά γέ: οπωσδήποτε
ἀλλά γέ τοί: τουλάχιστον
ἀλλά δή: λοιπόν
ἀλλ’ ἦ; : αλήθεια;
ἀλλά μέντοι: βεβαίως
ἀλλ’ ὃμως: όμως
ἀλλ’ οὖν γέ: όμως, λοιπόν
ἀλλ’ οὐδέ: αλλ΄ ούτε
γάρ
διότι, επειδή αφού
δηλαδή,
βέβαια
μακάρι (εἰ γάρ ὢφελον + απαρέμφατο / εἰ γάρ + ευχετική ευκτική)
καί γάρ: μάλιστα, καθόσον μάλιστα
ἀλλά γάρ: αλλά όμως, και όμως, παρά ταύτα όμως
ἀλλ’ οὐ γάρ: αλλά όμως δεν
γάρ δή: φυσικά, γιατί βέβαια, γιατί ως γνωστό
γάρ οὖν: και πράγματι, αλήθεια, βέβαια
γάρ δή που: γιατί χωρίς αμφιβολία
γάρ που: γιατί υποθέτω, γιατί αν δεν απατώμαι
καί γάρ τοι: γιατί μάλλον
γε
βέβαια, τουλάχιστον,
μάλιστα (κυρίως σε διαλόγους)
δεῦρο
προς τα εδώ
έλα εδώ, εμπρός, λοιπόν
μέχρι τώρα
δεῦρ’ ἀεί: συνεχώς μέχρι τώρα
δίχα - διχῇ
χωριστά σε δύο μέρη,
ασύμφωνα,
αντίθετα, διαφορετικά
δίχα τινός: μακριά από …
δέ
όμως, από την άλλη, αφετέρου, και (όταν είναι στην αρχή περιόδου ή ημιπεριόδου και δεν υπάρχει αντίστοιχο «μέν» στην προηγούμενη περίοδο
ὃμως δέ: αλλ’ όμως
μᾶλλον δέ: μάλλον δε, καλύτερα, ή καλύτερα
δή
βέβαια, λοιπόν, πράγματι
τώρα,
τάχα,
δή που: βέβαια, πιθανόν, αν δεν απατώμαι
καί δή: και μάλιστα
νῦν δή: τώρα πια, τώρα μόλις
πάλαι δή: προ πολλού ήδη
οὓτω δή: έτσι μόνο
μόνος δή: ολομόναχος
ὣσπερ δή: όπως ακριβώς
δῆλα δή: ολοφάνερα
δῆθεν: αλήθεια, πράγματι
δῆτα: βέβαια αναμφίβολα (κυρίως σε διαλόγους)
εἶεν
καλά!, πάει καλά! ας είναι! (κυρίως σε διαλόγους)
κάθε φορά
συνεχώς
εἶα
εμπρός λοιπόν!,  έλα λοιπόν!
ἒτι
ακόμη (σε κατάφαση),
πλέον, πια (σε άρνηση),
μέχρι τώρα, ακόμη και τώρα (ἒτι καί νῦν)
επιπλέον, εκτός από αυτό (ἒτ’ ἂλλος: ένας ακόμα)
πράγματι, βέβαια
ἦ μήν, ἦ δή, ἦ δή που, ἦ που γε, ἦ ἂρα: πράγματι, βέβαια
ἦ γάρ; : δεν είναι έτσι;,  αλήθεια;
ἦ και; ἦ που; : αλήθεια λοιπόν;
είναι διαφορετικό το ἦ: όπου, όπως, όσο (με υπερθετικό)
καί
και (συμπλεκτικός)
επίσης, επιπλέον (προσθετικός)
ακόμα και, έστω κι αν (επιδοτικός)
μολονότι, αν και (με εναντιωματική μετοχή)
καίτοι, καίπερ + εναντιωματική μετοχή: αν και
καίτοι + ρήμα: και βέβαια
και μάλιστα («επιδιορθωτικός»)
επιτέλους, τέλος πάντων (σε ερωτήσεις)
όπως, με, το ίδιο (ομοιωματικός. Ισοδυναμεί με παραβολική πρόταση. Βρίσκεται μετά από λέξεις ομοιότητας – ισότητας)
μά
ορκωτικό μόριο για αρνήσεις. Λαμβάνεται ως πρόθεση
πάρα πολύ, προπάντων, περίπου (με αριθμητικά)
μέν
αφενός, από τη μία
βέβαια, τουλάχιστον (όταν δεν ακολουθεί «δε»)
μέντοι: βέβαια
μέν οὖν: βέβαια
πάνυ μέν οὖν: βέβαια
οὐ μέν δή: βέβαια
ἀλλά μέν δή: βέβαια
κομιδῇ μέν οὖν: βέβαια
μήν
βέβαια, λοιπόν
ἦ μήν: βεβαιότατα
καί μήν, ἀλλά μήν, οὐ μήν ἀλλά: αλλά όμως, πραγματικά όμως
οὐ μην: όχι όμως, όχι βέβαια
γέ μην: αντίθετα, αλλά όμως
νή
ορκωτικό μόριο για καταφάσεις. Λαμβάνεται ως πρόθεση.
Το «νή» και το «μά» συντάσσονται με αιτιατική του ονόματος θεού.
Τις φράσεις μπορούμε να τις χαρακτηρίσουμε:
α) εμπρόθετος όρκου  β) ομωτική έκφραση  γ) επίκληση όρκου
νῦν
τώρα,
λοιπόν
οὖν
λοιπόν, άρα
λοιπόν, πράγματι, οπωσδήποτε, τέλος πάντων,
οὒκουν: όχι λοιπόν, λοιπόν δεν,
όχι καθόλου, με κανέναν τρόπο (σε διαλόγους)
οὐκοῦν: λοιπόν, επομένως, άρα
γοῦν: βέβαια, τουλάχιστον, πάντως, απεναντίας παραδείγματος χάρη
μέν οὖν: απεναντίας, οπωσδήποτε, όμως (σε απαντήσεις)
ὁστισοῦν: οποιοσδήποτε, όποιος τυχόν
πάνυ μέν οὖν: βεβαιότατα
δ’ οὖν: οπωσδήποτε, βέβαια
δή οὖν: βέβαια, λοιπόν
ἀλλ’ οὖν: ναι βέβαια
καί γάρ οὖν: πράγματι, οπωσδήποτε
πέρ
ακριβώς, μάλιστα
συνήθως σε σύνθεση: ὃσπερ, οἱόσπερ, ἒνθαπερ, ἦπερ, ὣσπερ, εἲπερ, καίπερ, διόπερ (γι’ αυτό), καθάπερ (όπως ακριβώς)
πολλάκις
πολλές φορές
εἰ (ἂν) πολλάκις: τυχόν, ίσως
μή πολλάκις: τυχόν, ίσως
ποτε
κάποτε (σε κατάφαση)
ποτέ (σε άρνηση)
άραγε, τέλος πάντων, τυχόν (σε ερώτηση)
ποτέ μέν … ποτέ δε: άλλοτε μεν … άλλοτε δε …
που
κάπου
ίσως, κατά κάποιον τρόπο
νομίζω, υποθέτω, αν δεν απατώμαι, ως γνωστόν
πω
ως τώρα, ακόμη
σε σύνθεση με οὒπω, μήπω, οὐδέπω, οὐδεπώποτε, πώποτε
οὒπω καιρός: δεν είναι ακόμη ο κατάλληλος καιρός
οὐκέτι καιρός: δεν είναι πια ο κατάλληλος καιρός
τάχα
ίσως, γρήγορα
τάχιστα
πολύ γρήγορα, αμέσως – μόλις (σε χρονικές προτάσεις)
τοι
βέβαια, χωρίς αμφιβολία
τοίνυν: λοιπόν, τώρα λοιπόν, τώρα όμως
τοιγάρτοι, τοιγαροῦν: επομένως λοιπόν, για τούτο
ἢτοι: ή, ή βέβαια



Δεν υπάρχουν σχόλια:

Related Posts Plugin for WordPress, Blogger...