Τετάρτη, 16 Φεβρουαρίου 2011

Τα χαρακτηριστικά της ποίησης του Παυλόπουλου

ΤΑ ΑΝΤΙΚΛΕΙΔΙΑ
Το ποίημα αυτό προσφέρεται για πολλές εκδοχές και όσες περισσότερες είναι αυτές, τόσο πιο καλό είναι το ποίημα. Ε­γώ ποτέ δεν αναλύω. Αφήνω την περαιτέρω έρευνα για τον αναγνώστη. Οι εκδοχές αφορούν στον αναγνώστη. Κά­θε ένας, μπορεί να έχει τη δική του εκδοχή, να το προσεγγίσει με τη δική του συγκίνηση, γι αυτό οι αναλύσεις των ποιημάτων δεν ευστοχούν πάντοτε, δεν μπορείς να πεις, αυτό λέει αυτό το ποίημα. Με βάση τα λόγια αυτά του Γ. Παυλόπουλου επιβεβαιώνεται ο αλληγορικός χαρακτήρας του ποιήματος;

Στο σύνολο της σχεδόν η γραφή του Παυλόπουλου χαρακτηρίζεται αισθαντική και διάχυτα μελαγχολική, εκφραστι­κή και λιτή, ευανάγνωστη και διαυγής, ωστόσο πολυσήμαντη, βιωματική, αφηγηματική. Συχνά εκφράζεται η διάθεση το ποιητή για φιλοσοφική αναζήτηση. Το ποίημα Αντικλείδια είναι ένας ποιητικός μύθος, μια αλληγορική αφήγηση συναρτώμενη από εικόνες εναργείς που κινούνται διαλεκτικά μεταξύ φαντασίας και πραγματικότητας με θέμα την ουσία της Ποίησης, τους ποιητές και τα ποιήματα.

Η εμφανής αυτοαναφορικότητα, ο αγωνιώδης προβληματισμός για την ποίηση και την ποιητική απαντάται συχνά στην ποίησή του.

Η Ποίηση είναι μια πόρτα ανοικτή. Ο ποιητής εμφανίζει την Ποίηση σαν μια πόρτα ανοιχτή.

Λόγος μεταφορικός, αλληγορικός, ο οποίος θα μπορούσε να σημαίνει ότι η Ποίηση είναι ένας χώρος προσιτός στον καθένα, ότι είναι μια πόρτα μέσα από την οποία έχουν όλοι τη δυνατότητα να δουν ό,τι θέλουν. Από τον δεύτερο ό­μως στίχο του ποιήματος αρχίζει να περιορίζεται το εύρος αυτής της δυνατότητας, ώσπου στο τέλος του ποιήματος μαθαίνουμε ότι την πόρτα της Ποίησης δεν μπορεί να την παραβιάσει κανείς μέσα στους αιώνες.

Ο ίδιος ο ποιητής σε συνέντευξή του στο περιοδικό Ελίτροχος, υποστηρίζει για το συγκεκριμένο ποίη­μα: «Η ποίηση είναι μια πόρτα ανοιχτή ως τη στιγμή που θα κοιτάξεις μέσα και πηγαίνεις να μπεις. Την ίδια ακριβώς στιγμή η πόρτα κλείνει. Έκτοτε αυτό που είδες και δεν είδες, αυτό που μόλις πρόφτασες να ιδείς και χάθηκε από τα μάτια σου, θα σε προκαλεί για κάτι απροσδιόριστο και μαγικό. Θέλεις ν' α­νοίξεις πάλι την πόρτα, θέλεις να ξαναϊδείς, όμως κλειδί δεν υπάρχει. Πηγαίνεις λοιπόν και μαθαίνεις την τέχνη του κλειδαρά. Φτιάχνοντας αντικλείδια, ελπίζεις ότι βρίσκεσαι όλο και πιο κοντά στο μυστι­κό της πόρτας. Θα λέγαμε ότι βρίσκεσαι όλο και πιο κοντά στο ποιητικό σου όραμα, πως τα αντικλεί­δια σου είναι τα ποιήματα που φτιάχνεις, για να αποκαλύψεις κάτι που παραμένει πάντα απατηλό και φευγαλέο. Όπως μέσα στα όνειρα. Έτσι θέλω να πιστεύω για τον εαυτό μου, ότι ανήκω και στη Συντε­χνία των Κλειδαράδων και στην Εταιρεία των Συγγραφέων. Εν τούτοις κάποιοι έχουν την ψευδαίσθη­ση ότι η ποίηση είναι μια πόρτα συνεχώς ανοιχτή, απ' όπου μπορούν να μπαίνουν και να βγαίνουν άνε­τα. Μα αυτοί είναι οι μόνοι απ' τους οποίους δεν κινδυνεύει να εκλείψει η τέχνη των κλειδαράδων»

Πολλοί κοιτάζουν μέσα χωρίς να βλέπουν
τίποτα και προσπερνούνε. Όμως μερικοί
κάτι βλέπουν, το μάτι τους αοπάζει κάτι
και μαγεμένοι πηγαίνουνε να μπουν.

Οι περισσότεροι προσπερνούν την πόρτα της ποίησης, γιατί με μια πρόχειρη ματιά δεν βλέπουν κάτι ενδιαφέρον για αυτούς. Κάποιοι άλλοι - οι ποιητές - αντικρίζουν κάτι μαγικό και για αυτό ενδιαφέρονται να εισέλθουν στον κόσμο της ποίησης. Όμως η πόρτα κλείνει και για αυτό φτιάχνουν αντικλείδια. Με τα ποιήματα αυτά η πόρτα της ποίησης δεν ανοίγει. Οι ποιητές γράφουν συνεχώς ποιήματα (παρελθόν - παρόν - μέλλον) ευελπιστώντας ότι θα κατορθώ­σουν μέσω του δημιουργικής αυτής πράξης να συγκρατήσουν λίγη από τη μαγεία του ποιητικού λόγου, αλλά η Ποίη­ση θα μένει πάντα ένα άπιαστο όνειρο. Κανείς δε θα μπορεί να την κατακτήσει. Ωστόσο η πόρτα της θα είναι πάντα ανοιχτή για όποιον θέλει να δει την κρύβεται πίσω από αυτήν. Και η προσπάθεια να ανοίξουν την πόρτα θα συνεχίζε­ται ατέρμονα.

Οι πολλοί και οι λίγοι: το παιχνίδι ανάμεσα στα συνώνυμα ρήματα «κοιτάζω» και «βλέπω», χωρίζει τους ανθρώπους σε δυο κατηγορίες:

α. σε αυτούς που με μια επιπόλαιη ματιά κοιτάζουν την πόρτα της Ποίησης αλλά δεν αντικρίζουν τίποτα. Πρόκειται για το πλήθος («πολλοί»), που μοιάζει αδιάφορο για την τέχνη της ποίησης.
β. σε αυτούς που διακρίνουν και αντιλαμβάνονται κάτι, έλκονται από αυτό και θέλουν να περάσουν το κατώφλι της πόρτας και να κατακτήσουν έτσι το χώρο της Ποίησης. Αυτοί είναι οι ευαίσθητοι, οι λίγοι («μερικοί»), εκείνοι που επι­ζητούν την έκφραση του κόσμου τους με τον ιδιαίτερο τρόπο που μόνο η τέχνη μπορεί να παρέχει στους ανθρώπους. Η επόμενη κίνηση αυτών είναι να επιχειρήσουν να διέλθουνστο μαγικό χώρο που τους προσελκύει, για να τον ανι­χνεύσουν.

Ύστερα από αυτό γίνεται κατανοητό ότι η Ποίηση δεν είναι μια απλή πόρτα αλλά ό,τι υπάρχει πίσω από αυτή την πόρ­τα.
Στην εισήγηση του κατά την έναρξη μιας ποιητικής βραδιάς προς τιμήν του, αναφέρθηκε μεταξύ άλλων και σε ορισμένα λόγια -εν είδη αποφθέγματος- μεγάλων ποιητών, όπως στο "η Ποίηση είναι ταυτόσημη με την Αλήθεια ". Είπε πως η Αλή­θεια είναι το ζητούμενο, σε κάθε περίπτωση.

Είναι λοιπόν η ποιητική αναζήτηση ταυτισμένη με την αναζήτηση της αλήθειας; Αν ο ποιητής ορίζεται ως η ενεργή συνείδηση που αναζητά την αλήθεια που κρύβεται στα πράγματα, στον κόσμο που τον περιβάλλει κι αν προσπαθεί να εκφράσει αυτήν την αλήθεια μέσω του ποιητικού λόγου, τότε καταλαβαίνει κανείς τη δυσκολία ενός τέτοιου εγ­χειρήματος.

Η απόπειρα των ποιητών μοιάζει μια κοπιώδης, επίπονη πνευματική διεργασία χωρίς ωστόσο να επιτυγχάνεται το ε­πιθυμητό αποτέλεσμα, αφού η προσέγγιση και ακόμα περισσότερο η έκφραση της αλήθειας αποτελεί για τους αν­θρώπους ανά τους αιώνες-ένα δυσπρόσιτο έως μάταιο στόχο. Ο ποιητής κάποτε νιώθει όπως κανένα από τα ποιήματά του δεν είναι ικανό να αποδώσει την ποιητική ουσία, να εκφράσει το ιδεώδες της ποίησης. Αισθάνεται την πόρ­τα της ποίησης να κλείνει.

«Η πόρτα τότε κλείνει»; Το σημείο αυτό είναι η κορυφαία στιγμή του ποιήματος, γιατί υπαινίσσεται την αρχή του α­τέρμονου αγώνα που σχολιάστηκε παραπάνω. Όσοι θέλουν να μπουν προσπαθούν συνεχώς, χτυπώντας ξανά και ξα­νά, περιμένοντας κάποιον να τους ανοίξει. Μάταια όμως, κανείς δεν βρίσκεται πίσω από την πόρτα («Χτυπάνε μα κα­νείς δεν τους ανοίγει»). Ψάχνουν να βρουν το κλειδί («Ψάχνουνε για το κλειδί»). Και πάλι τίποτα, γιατί το κλειδί κανείς δεν ξέρει ποιος το έχει («Κανείς δεν ξέρει ποιος το έχει»). Όμως δεν παραιτούνται, γιατί αυτό που αντικρίζουν είναι πολύτιμο και θέλουν να το αποκτήσουν. Πιστεύουν ότι έχουν δει στο βάθος κάτι μοναδικό, έναν θησαυρό. Και ο θη­σαυρός αυτός είναι διαφορετικός για τον καθένα από αυτούς. Κι αυτό γιατί οι ποιητές αντιλαμβάνονται με διαφορε­τικό τρόπο την Ποίηση και μαγεύονται, έλκονται από εντελώς διαφορετικά πράγματα; τις ομορφιές ζωής, τα πνευ­ματικά αγαθά, την ελευθερία, τη λύτρωση, την παρηγοριά του θανάτου, τη φυγή από την οδυνηρή πραγματικότητα.

«ακόμα και τη ζωή τους κάποτε χαλάνε μάταια»; Η κλειστή πόρτα της ποίησης σηματοδοτεί για τους λίγους, τους ευ­αίσθητους, έναν δύσκολο αγώνα για να βρουν το κλειδί να ανοίξουν την πόρτα. Η αναζήτηση τρόπου για να ανοίξουν την πόρτα πολλές φορές παίρνει δραματικές διαστάσεις, αφού αυτοί οι ευαίσθητοι θυσιάζουν την ίδια τους την ζωή. Αναζητούν συνεχώς τρόπο να ανοίξουν την πόρτα με λύσεις που γυρεύουν όχι γύρω τους, αλλά μέσα τους, δίνονται ολόψυχα σε αυτόν τον αγώνα και κάποτε πληγώνονται από το αποτέλεσμα.

«αντικλείδια»; δεν βρίσκουν λύση για να ανοίξουν την πόρτα και έτσι δημιουργούν οι ίδιοι ποιήματα, που ελπίζουν να τους οδηγήσουν στα άδυτα της ποίησης, στην επίτευξη του στόχου τους. Όμως η πόρτα ανοίγει με ένα και μόνο κλει­δί και δεν μπορεί να το αντικαταστήσει κανένα αντικλείδι. Και, αφού το κλειδί δεν έχει βρεθεί και δεν θα βρεθεί ποτέ, η πόρτα δεν άνοιξε ποτέ.

«όσοι μπόρεσαν να δουν στο βάθος»; Παρόλα αυτά όμως κάποιοι που κατάφεραν να δουν πίσω από την πόρτα, συνε­χίζουν ακόμα να κάνουν αντικλείδια. Και αυτά είναι πολλά, όπως πολλές είναι οι απόπειρες για το άνοιγμα της πόρ­τας. Είναι αυτοί που συνειδητοποίησαν ότι η πόρτα της ποίησης και γενικότερα της τέχνης είναι πάντα ανοιχτή, αλ­λά ότι είναι δύσκολο ένα ποίημα ν' αγγίξει το τέλειο, να αποδώσει πλήρως την δυναμική της ποιητικής τέχνης.

«Ίσως τα ποιήματα... την πόοτα της ποίησης»; σε αυτούς τους στίχους (14-17) ο ποιητής αποκωδικοποιεί το σύμβολο των αντικλειδιών; είναι όλα τα ποιήματα που γράφτηκαν, γράφονται και θα γράφονται με μοναδικό σκοπό να ανοί­ξουν την κλειστή πόρτα της ποίησης.

«Μα η Ποίηση είναι μια πόοτα ανοικτή»; Το ποίημα τελειώνει έτσι όπως άρχισε, με τον ορισμό της ποίησης (σχήμα κύ­κλος - «πόρτα ανοιχτή»). Με αυτό τον τρόπο συμβολίζεται η αέναη και ατέρμονη αναζήτηση της ποίησης. Η περιπέ­τεια της ποιητικής αναζήτησης δεν τελειώνει ποτέ. Ο αντιθετικός σύνδεσμος «μα», που διαφοροποιεί τον πρώτο από τον τελευταίο στίχο του ποιήματος, υποδηλώνει ότι ένας νέος κύκλος αναζήτησης της ποίησης ίσως ανοίξει.

Ίσως το σύνολο της πνευματικής δημιουργίας των ποιητών, όλα τα ποιήματα που έχουν γραφτεί και όλα όσα θα γραφτούν να προσεγγίζουν το περιεχόμενο της ποιητικής τέχνης.

Εξάλλου ο ίδιος ο ποιητής γράφει:
Κι εγώ δεν ξέρω τι είναι Ποίηση και γιατί γράφω ποιήματα. Πολύ περισσότερο δεν ξέρω σε τι μας βοηθάει η ποίηση και ποιος είναι ο σκοπός της.
Το μόνο που ξέρω είναι πως ο ποιητής ήταν πάντα ένας αφοσιωμένος της Ζωής. Είτε τον γεμίζει χαρά είτε τον θλίβει η Ζωή είτε τον πάει στον Ουρανό είτε τον κατεβάζει στην Κόλαση αυτός μένει πάντα ο αφοσιωμένος της.
Τη μυστήρια αγάπη του για τη Ζωή δεν έχει άλλο τρόπο να την εκφράσει: γράφει ποιήματα. Νομίζω ότι προσπαθεί να εκφράσει κυρίως αυτό που κρύβει η ζωή. Όπως ο έρωτας κρύβει αυτό που μας κάνει ερωτευμένους.
Η Ποίηση λοιπόν είναι πράξη ερωτική; Ή μήπως πράξη απόγνωσης; Ή μήπως και τα δύο; Πράξη ερωτική και συνάμα πράξη απόγνωσης.
Για την ποιητική πράξη έχουν γραφτεί πολλά και διάφορα. Και από τους ίδιους τους τεχνίτες και από τους θεωρητικούς. Πολλές φορές οι Ποιητές προσπάθησαν να διατυπώσουν τον ανύπαρκτο ορισμό της ποίησης, σα να κοίταζαν σ’ έναν καθρέφτη όπου δεν έβλεπαν το πρόσωπό τους, αλλά το απόλυτο κενό.
κείμενο του ποιητή σε εκδήλωση του περιοδικού «Γράμμα και τέχνες»
που έγινε προς τιμήν του στο «Σπίτι της Κύπρου» στις 8 – 12 – 1997.

 πηγή: ΕΘΝΟΣ - ΠΑΙΔΕΙΑ 21 - 4 - 2010

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Related Posts Plugin for WordPress, Blogger...