Σάββατο, 29 Ιανουαρίου 2011

Η γλώσσα των εφήβων

Ζώντας μια ζωή κοντά σε νέα παιδιά, φοιτητές κυρίως αλλά και μαθητές, και πιστεύοντας στη δύναμη και στην αξία τού λόγου, δέχτηκα την ευθύνη τής προεδρίας στην Επιτροπή τής Βουλής των Εφήβων. Θα ομολογήσω ότι ξεκίνησα με επιφυλάξεις για τη λειτουργία αυτού τού θεσμού στην πράξη, αλλά και με μια αισιόδοξη προσδοκία που γεννά η γνώση ότι ο ίδιος ο θεσμός λειτουργεί δημιουργικά από καιρό στις περισσότερες και μεγαλύτερες χώρες τής Ευρώπης. Η αισιοδοξία μου ενισχύθηκε από τις συνεχείς προσπάθειες βελτίωσης τής λειτουργίας τού θεσμού που καταβάλλονται τα τελευταία χρόνια. Αλλά κύρια πηγή μιας αισιόδοξης προοπτικής υπήρξε η ζωντανή επαφή μου με νέους και νέες από όλη την Ελλάδα, μαθητές τώρα τής Γ' Λυκείου, που επελέγησαν από την περασμένη χρονιά ως εκπρόσωποι των σχολείων τής περιφέρειάς τους με την ιδιότητα τού «έφηβου βουλευτή»: 260 μαθητές από την Ελλάδα, 20 από την Κύπρο, 20 από την Ομογένεια, συνολικά 300 μαθητές και μαθήτριες (με τις μαθήτριες να υπερτερούν αριθμητικά).
Η έκπληξη ή μάλλον οι εκπλήξεις. Εκπληξη πρώτη. Οι έφηβοι, στην πλειονότητά τους, δεν χρησιμοποίησαν «ξύλινη γλώσσα». Εκφράστηκαν ζωντανά, δηλωτικά, βιωματικά, με παρρησία που δεν έγινε θράσος, με έντονη αμφισβήτηση και κριτική έως επικριτική στάση που δεν έφτασε στην πρόκληση, με εύστοχες κατά το πλείστον παρατηρήσεις που χωρίς να διεκδικούν πάντοτε πρωτοτυπία είχαν το κύρος τής προσωπικής μαρτυρίας. Βγήκαν στην επιφάνεια ευαισθησίες, εκτιμήσεις, προτάσεις, μαρτυρίες, επισημάνσεις, προβλήματα, βιώματα, καταστάσεις που άφησαν να φανούν γνωστά αλλά και άγνωστα στους πολλούς προβλήματα τής Παιδείας μας.
Εκπληξη δεύτερη. Επιβεβαιώθηκε η άποψη που υποστηρίζουμε οι γλωσσολόγοι και πολλοί άλλοι ότι αποτελεί μύθο η υπεργενίκευση, που συχνά ακούγεται και αναπαράγεται, ότι οι νέοι στη χώρα μας μιλούν με 100 ή 200 (μερικοί τις ανεβάζουν γενναιόδωρα και σε 500...) λέξεις! Τριακόσιοι νέοι - ένα καλό δείγμα - εκφράστηκαν με πολύ καλή χρήση τής ελληνικής γλώσσας, που η ποιότητά της αυξομειωνόταν βεβαίως ανάλογα με τον μαθητή, αλλά που έμεινε γενικά σε ένα πολύ καλό επίπεδο (σημασιολογικά και γραμματικοσυντακτικά), χωρίς να λείψουν και κάποια λάθη, που όμως ακούγονται συχνά και από μάς τους μεγάλους. Οτι χρειάζεται ακόμη πολλή δουλειά σε πολλά επίπεδα - και στο σχολείο - για να βελτιωθεί η ποιότητα στη χρήση τής γλώσσας μας είναι γεγονός αδιαμφισβήτητο. Από τις στήλες αυτές έχω επανειλημμένως και αναλυτικά μιλήσει για αυτό το θέμα. Οτι όμως «η πηγή του κακού», τού όποιου ποιοτικού προβλήματος τής γλώσσας μας, είναι οι νέοι λόγω τής γλώσσας-κώδικα που χρησιμοποιούν σε μερικές νεανικές παρέες, αποτελεί ισχυρισμό που όχι μόνο δεν ευσταθεί αλλά και παροδηγεί ως προς τις πραγματικές αιτίες τού προβλήματος.
Εκπληξη τρίτη. Διαπιστώθηκε μια βαθιά πικρία, που γινόταν συχνά καταγγελία, των μαθητών εις βάρος των καθηγητών τους. Τους καταλογίζουν αδιαφορία, μειωμένο επαγγελματισμό και ανεπαρκή κατάρτιση (συγκρίνοντάς τους συχνά με τους φροντιστές τους!). Οτι υπάρχουν και τέτοια κρούσματα δεν μπορεί έντιμα να αμφισβητηθεί. Αλλά πρέπει αφενός να αναζητηθεί η βαθύτερη αιτία αυτού τού φαινομένου, αφετέρου πρέπει να απορριφθεί η γενίκευση αυτής τής αιτιάσεως. Οι δάσκαλοι γίνονται - αυτή είναι η πραγματικότητα - στόχος μιας διάχυτης δυσαρέσκειας των νέων, επωμιζόμενοι τις ευθύνες τής κοινωνίας και τής Πολιτείας, οι οποίες με τα λάθη και τις παραλείψεις τους έχουν εκθρέψει ό,τι συμβαίνει στην Εκπαίδευση. Αυτό το γεγονός «χρεώνονται» οι διδάσκοντες, που είναι και αυτοί θύματα τού ίδιου συστήματος. Ωστόσο, αυτή η εκτεταμένη κραυγή και κατακραυγή των μαθητών για τους δασκάλους τους πρέπει να μάς προβληματίσει ως κοινωνία, όσο και αν είναι άδικη ως υπεργενίκευση.
Τέταρτη έκπληξη. Η γεύση που μένει από τους λόγους - και τα ιδιωτικά λόγια - των μαθητών είναι μια απώθηση για το σχολείο εξαιτίας κυρίως τού ισχύοντος εκπαιδευτικού συστήματος (περιεχομένου των σπουδών, εισαγωγικών εξετάσεων, επιβάρυνσης με φόρτο γνώσεων και πληροφοριών που δεν μένουν ως γνώση κ.λπ.) και μιας αίσθησης υπερβολικού φόρτου, άγχους και κόπωσης. Ολα αυτά μαζί μεταβάλλονται σε απώθηση έως απέχθεια. Πρόκειται για ένα μείζονος σημασίας γεγονός που πρέπει να μάς προβληματίσει. Αν ως κοινωνία - παρά τις αγαθές προθέσεις όλων και τις όποιες προσπάθειες των αρμοδίων - έχουμε οδηγήσει τους μαθητές να απεχθάνονται την εκπαίδευση που τους παρέχουμε με μεγάλο οικονομικό κόστος και με ευθύνη τόσων υπουργών και κυβερνήσεων, τότε έχουμε οξύ πρόβλημα όχι ως σχολείο αλλά ως κοινωνία. Και αυτό το πρόβλημα, που αναδύεται από τη Βουλή των Εφήβων είναι καίριο μήνυμα, που και μόνο αυτό δικαιώνει την ύπαρξη αυτού τού θεσμού, βελτιωμένου, ανεξαρτητοποιημένου και κατάλληλα προβεβλημένου.
Πέμπτη (όχι έκπληξη, αλλά) κατάπληξη έως καταπληξία (σοκ) αυτή τη φορά. Προκλητική απουσία βουλευτών και, φαινομενικά τουλάχιστον, πλήρης αδιαφορία τους να ακούσουν τη φωνή των Εφήβων!
Συμπέρασμα. Οι ραδιοφωνικοί σταθμοί, τα έντυπα μέσα ενημέρωσης και κυρίως οι τηλεοπτικοί σταθμοί αντί να προβάλλουν κατά κόρον τις καταλήψεις και διάφορες μορφές παραβατικότητας των νέων (γεννώντας, άθελά τους, πρότυπα και «ήρωες»), ας φέρουν σε συζητήσεις και στα δελτία ειδήσεων μερικά από τα παιδιά αυτά, για να ακουστεί η αγνή φωνή και η αυθόρμητη μαρτυρία τους που ίσως συγκινήσει ή και συγκλονίσει αυτούς που παίρνουν αποφάσεις για όσα αφορούν την Εκπαίδευση και τη ζωή τους. 

Ο κ. Γεώργιος Μπαμπινιώτης είναι καθηγητής της Γλωσσολογίας, πρόεδρος του Ελληνικού Ιδρύματος Πολιτισμού, τ. πρύτανης του Πανεπιστημίου Αθηνών.

Πηγή: TO BHMA

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Related Posts Plugin for WordPress, Blogger...