Τρίτη, 18 Ιανουαρίου 2011

Οι πηγές και η διηγηματογραφία του Γ. Βιζυηνού

Το «αμάρτημα της μητρός μου» πρωτοδημοσιεύθηκε το 1883 στο γαλλικό περιοδικό «Nouvelle Revue» και είναι το πρώτο από μια σειρά διηγημάτων του Γ. Βιζυηνού.
α) Ποια στοιχεία του έργου πιστοποιούν ότι πρόκειται για διήγημα και ποιες οι διαφορές του από το μυθιστόρημα;
β) Ποιοι από τους παράγοντες που συνέβαλαν στην ανά­δειξη του διηγήματος ως «νέου» γραμματολογικού εί­δους το 1880 στην Ελλάδα, επηρέασαν το Βιζυηνό ώστε να ασχοληθεί με το είδος;
γ) Από ποιες πηγές αντλεί το αφηγηματικό του υλικό ο Γ. Βι­ζυηνός;


ΑΠΑΝΤΗΣΕΙΣ
α) Ακόμη και σήμερα για πολλούς ειδοποιό διαφορά ανάμε­σα στο διήγημα και στο μυθιστόρημα αποτελεί η έκταση του έργου. Αν το έργο είναι ένα βιβλίο πάρα πολλών σελί­δων, θεωρούμε ότι είναι μυθιστόρημα, ενώ αν σε ένα βιβλίο περιλαμβάνονται πολλές «ιστορίες», αυτές συνηθίζουμε να τις ονομάζουμε διηγήματα.
Προφανώς αυτή η διάκριση δεν οφείλεται σε γνωστική ανεπάρκεια των αδαών αναγνωστών, αλλά σε πρόβλημα ο­ρισμού από την ίδια την επιστήμη. Ιδωμένο το διήγημα στο ιστορικό του πλαίσιο, την εποχή που γεννήθηκε στο τέλος του 19ου αι. , παρατηρεί κανείς ότι πρόκειται για ένα νέο εί­δος που δημιουργείται για να υπηρετήσει νέες λογοτεχνι­κές και κοινωνικές ανάγκες. Επομένως, η έκταση και μόνο δεν αποτελεί ούτε ασφαλές, ούτε επαρκές κριτήριο προσ­διορισμού του.
Σε αντίθεση με το ιστορικό μυθιστόρημα που ακμάζει μέ­χρι τότε, το διήγημα αφηγείται μια ιστορία εντοπισμένη στον τόπο και στο χρόνο, μέσα από την υποκειμενική ματιά του αφηγητή. Εγκαταλείπεται η γενικότητα, η απόσταση που χωρίζει την ιστορία από το κοινωνικό γίγνεσθαι, η αί­σθηση της αφήγησης ενός παραμυθιού. Κυριαρχεί το α' ε­νικό πρόσωπο, ως στοιχείο προσωπικής κατάθεσης. Η υπο­κειμενική ματιά του αφηγητή είναι που δίνει πνοή και νόημα στην ιστορία.
Το διήγημα είναι ένα μονοκεντρικό επεισόδιο που οδη­γεί στη δραματική κορύφωση  κάτι συγκλονιστικό συμβαί­νει στο τέλος, μια αλήθεια αποκαλύπτεται στον αναγνώστη. Αντίθετα το μυθιστόρημα είναι εξιστόρηση γεγονότων που εκτυλίσσονται μέσα στο χρόνο. Οι εντάσεις εδώ είναι διά­σπαρτες και το τέλος δεν αποτελεί προφανώς το κύριο μέ­λημα του συγγραφέα.
«Το αμάρτημα...», όπως και ο ίδιος ο Γ.Βιζυηνός το χα­ρακτήρισε, είναι διήγημα παρά το γεγονός ότι αποτελείται από πάρα πολλές σκηνές και ενότητες. Το κεντρικό γεγο­νός παραμένει ένα: το αμάρτημα. Όλη η διήγηση παρου­σιάζει γεγονότα που εκτείνονται σε βάθος χρόνου - σχεδόν όλη η παιδική και μεγάλο μέρος της ενήλικης ζωής του ή­ρωα. Αυτά υπηρετούν τη δραματική οικονομία, δημιουργώ­ντας αγωνία, φωτίζοντας αίτια, κίνητρα συμπεριφοράς και περιστρέφονται γύρω από το ερώτημα ποιο είναι το αμάρ­τημα. Στην πραγματικότητα αποτελούν οργανικό κομμάτι της εξομολόγησης.
Με αυτή την έννοια είναι μονοκεντρικό επεισόδιο του ο­ποίου η δραματική κορύφωση δεν είναι ακριβώς τυπική. Το τέλος - όπως και όλο το διήγημα - είναι ανατρεπτικό και βα­θύτατα ανθρώπινο. Ο μορφωμένος γιος νομίζει ότι αυτό που ταλανίζει τη δυστυχισμένη μάνα του είναι η ενοχή για το έγκλημα, το αίσθημα της αμαρτίας ενώπιον του Θεού. Αυτό που του αποκαλύπτεται στο τέλος δεν αφήνει περιθώ­ριο για άλλες αντιδράσεις. Αυτό που τη βασανίζει δεν είναι αυτό καθεαυτό το αμάρτημα, αλλά ο πόνος της μάνας που σηκώνει το βαρύ φορτίο του θανάτου του παιδιού της. Έτσι η μητέρα του αφηγητή ανάγεται σε σύμβολο της Μάνας. Στη θέση της δεν μπορεί να βρεθεί κανένας και το ψυχολο­γικό αδιέξοδο για τις δυο πλευρές είναι αναπόφευκτο.
Το αυτοβιογραφικό στοιχείο δεσπόζει στο έργο. Η χρή­ση α' ενικού προσώπου αποκαλύπτει ένα δραματοποιημένο αφηγητή, ομοδιηγητικό, που εξιστορεί τα γεγονότα από τη δική του οπτική γωνία. «Εντυπώσεις και αναμνήσεις παιδι­κών χρόνων της νεανικής ηλικίας ως είδος τι οικογενειακών απομνημονευμάτων», όπως το χαρακτήρισε ο Κ. Παλαμάς. Δεν είναι ο παντογνώστης αφηγητής, ο ψυχρός παρατηρη­τής που παραθέτει απλώς μια ιστορία «μια φορά και ένα και­ρό.». Είναι ο αυτόπτης μάρτυρας που βλέπει την ιστορία από «μέσα», να εκτυλίσσεται εκείνη ακριβώς τη στιγμή (ε­σωτερική εστίαση).
Τα ηθογραφικά στοιχεία αποτελούν σύμφυτα χαρακτη­ριστικά του διηγήματος. Το θρακιώτικο ιδίωμα, οι δεισιδαι­μονίες, το θρησκευτικό στοιχείο, οι περιγραφές της ενδυ­μασίας, της εκκλησίας, τα έθιμα, η σύνδεση της οικονομι­κής δυσπραγίας της οικογένειας με τη γενικότερη οικονο­μική κρίση, πιστοποιούν τη γνησιότητα της ιστορίας. Οι ή­ρωες, πραγματικοί άνθρωποι, δρουν και πάσχουν σε ένα συγκεκριμένο κοινωνικό και ιστορικό πλαίσιο.
β) Το διήγημα είναι ένα νέο λογοτεχνικό είδος του 19ου αι. για την Ευρώπη. Η σύσταση των εθνών - κρατών και η προ­σπάθεια διερεύνησης της πολιτισμικής ταυτότητας των λα­ών είναι οι πολιτικοί παράγοντες που οδήγησαν στην ανά­γκη να προσδιορισθεί αυτή η ταυτότητα μέσα από τα ηθο­γραφικά διηγήματα. Ο Νατουραλισμός είναι το ρεύμα που μπορεί να αποτυπώσει στο λογοτεχνικό καμβά κοινωνικά αξιέξοδα και κοινωνικούς προβληματισμούς οι οποίοι πη­γάζουν από την οικονομική κρίση.
Ο επιστημονισμός και το φιλοσοφικό ρεύμα του θετικι­σμού που τον εκφράζει, η παρατήρηση ως γνήσια επιστη­μονική μέθοδος, εντάσσονται σε αυτή την προσπάθεια. Το ίδιο και η Λαογραφία ως νέος κλάδος της φιλολογίας, που έρχεται να καταγράψει στοιχεία της πρόσφατης παράδο­σης και να δώσει περιεχόμενο στους όρους «λαϊκός» και «λαϊκότητα». Ο Ν. Πολίτης είναι ο πρώτος Έλληνας που συ­στηματικά αφιερώθηκε σε αυτή την προσπάθεια. Οι Έλλη­νες πεζογράφοι δεν έμειναν ασυγκίνητοι. Η στροφή στα κοινωνικά εθνικά θέματα είναι φανερή. Προσπαθούν να προσδιορίσουν μέσα από τα έργα τους την ελληνική πολιτι­σμική ταυτότητα που φαίνεται να είναι συνυφασμένη με το πολιτισμικό παρόν, μακριά από προγονοπληξίες. Τα διηγήματα εξάλλου, έγιναν της «μόδας», αφού και οι ελ­ληνικές εφημερίδες της εποχής δημοσιεύουν διηγήματα σε συνέχειες και προκηρύσσουν διαγωνισμούς για το είδος.
Ο Γ. Βιζυηνός γνωρίζει από κοντά το διήγημα στο εξωτε­ρικό. Διαβάζει αισθητικές μελέτες, επηρεάζεται από το φι­λοσοφικό ρεύμα του θετικισμού, όντας και ο ίδιος νέος επι­στήμονας, έχει σπουδάσει ψυχολογία και εθνολογία. Εξάλ­λου, το «αμάρτημα.» δημοσιεύεται πρώτα στη Γαλλία, επι­λογή που ίσως δείχνει την εμπιστοσύνη που έχει στην κοιτί­δα του διηγήματος, για να διαπιστώσει αν έχει την ανταπό­κριση που περιμένει από ένα πεπαιδευμένο κοινό στο είδος. Αυτά όλα τα γνωρίσματα (ψυχογραφία, ηθογραφία) είναι καταφανή στο έργο του. Βέβαια, ο Βιζυηνός κατορθώνει να τα «ενσωματώσει» δημιουργικά, φυσικά στο κείμενο του. Η ψυχογραφία δεν είναι παρούσα ως γνώρισμα παρά μόνο στα μάτια ενός έμπειρου και ευαίσθητου αναγνώστη γιατί κρύβεται πίσω από την υποκειμενική διήγηση του αφηγητή. Και η ηθογραφία δεν είναι παρέλαση λαογραφικών στοιχεί­ων, αλλά συστήνει το περιβάλλον στο οποίο ριζώνει το προ­σωπικό βίωμα.
Το διήγημα για πρώτη φορά δημοσιεύεται στην Ελλάδα το 1883, στην εφημερίδα «Εστία» σε δύο συνέχειες. Είναι αυτή η νέα «μόδα» που ευτυχώς θα παρακινήσει νέους πε­ζογράφους να ασχοληθούν με το είδος και θα κάνουν γνω­στά στο ελληνικό κοινό τα διηγήματα του Βιζυηνού και αρ­γότερα του Παπαδιαμάντη.
γ) Ο Γ. Βιζυηνός αντλεί το αφηγηματικό του υλικό: α. από τις οικογενειακές μνήμες και τα προσωπικά του βιώ­ματα β. από τις παραδόσεις και τη λαϊκή ζωή της Βιζύης, της ιδι­αίτερης πατρίδας του γ. από την επιστημονική γνώση στον τομέα της ψυχολο­γίας Με αυτές τις αποσκευές και με όχημα μια γλώσσα υψηλού ήθους ανοίγει το δρόμο της νεολληνικής διηγηματογρα­φίας.

 πηγή: Ο υποψήφιος 19 - 10 -2005

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Related Posts Plugin for WordPress, Blogger...