Τρίτη, 4 Ιανουαρίου 2011

Ποίηση 1948 - Στον Νίκο Ε ... 1949: Διαγώνισμα λογοτεχνίας Γ Θεωρητικής

ΚΕΙΜΕΝΑ: Νίκου Εγγονόπουλου: «Ποίηση 1948», Μανόλη Αναγνωστάκη «Στον Νίκο Ε... 1949»
Βιβλίο: Νεοελληνική Λογοτεχνία Γ' Ενιαίου Λυκείου, σελ. 84-85.
ΠΑΡΑΤΗΡΗΣΕΙΣ
     1.        Η ζοφερή ιστορική πραγματικότητα που βίωσαν, ο Νίκος Εγγονόπουλος, και κυρίως, ο καταδικασμένος σε θάνατο για τις πολιτικές του απόψεις Μανόλης Αναγνωστάκης, καθόρισε εν πολλοίς τους ποιητικούς στόχους των δύο κειμέ­νων. Ποιοι είναι οι στόχοι αυτοί και με ποια εκφραστικά μέσα υπηρετούνται;
       2.        Να συγκρίνετε ως προς το περιεχόμενο το ποίημα «Στον Νίκο E 1949» του Νίκου Εγγονόπουλου με την ακόλουθη στροφή από το ποίημα «Φυσάει στα σταυροδρόμια του κόσμου» του Τάσου Λειβαδίτη:
Αν θέλεις να λέγεσαι άνθρωπος
μπορεί να χρειαστεί να σε κλείσουν φυλακή για είκοσι
ή και περισσότερα χρόνια μα εσύ και μες στη φυλακή θα θυμάσαι πάντοτε
την άνοιξη, τη μάνα σου και τον κόσμο.
Εσύ και μες απ' το τετραγωνικό μέτρο του κελιού σου
θα συνεχίζεις τον δρόμο σου πάνω στη γη.
Κι όταν μες στην απέραντη σιωπή, τη νύχτα
θα χτυπάς τον τοίχο του κελιού σου με το δάχτυλο
απ' τα' άλλο μέρος του τοίχου θα σου απαντάει η Ισπανία.
Εσύ, κι ας βλέπεις να περνάν τα χρόνια σου και ν'
ασπρίζουν τα μαλλιά σου
δε θα γερνάς.
Εσύ και μες στη φυλακή κάθε πρωί θα ξημερώνεσαι πιο νέος,
αφού όλο και νέοι αγώνες θ' αρχίζουνε στον κόσμο
αν θέλεις να λέγεσαι άνθρωπος


ΑΠΑΝΤΗΣΕΙΣ
1. Τα δύο ποιήματα έχουν ως κοινό ιστορικό υπόβαθρο τα τραγικά γεγονότα του εμφυλίου πολέμου (1946- 1949) , ο ο­ποίος διέλυσε τις ελπίδες για ελευθερία, δημοκρατία και πρόοδο που είχε γεννήσει η αποχώρηση των γερμανικών στρα­τευμάτων κατοχής από τη χώρα.
Ο Νίκος Εγγονόπουλος που διαμένει στην Αθήνα είναι συγκλονισμένος από όσα βλέπει. Οι οδομαχίες στο κέντρο και τις συνοικίες της πόλης είναι καθημερινό φαινόμενο. Διαπιστώνει με πίκρα και απογοήτευση πως η ποίηση και κάθε άλ­λη μορφή τέχνης - ο ίδιος, άλλωστε, είναι και ζωγράφος- φαντάζει ως μία πολυτέλεια που στερείται νοήματος μέσα σε συνθήκες ,όπου το πρώτο λόγο έχουν τα όπλα και ο θάνατος.
Ο Μανόλης Αναγνωστάκης βιώνει με πολύ οδυνηρό τρόπο τον Εμφύλιο: φυλακίζεται για τις πολιτικές του απόψεις το 1948 και καταδικάζεται σε θάνατο τον επόμενο χρόνο. Πολλοί σύντροφοι του έχουν ήδη σκοτωθεί Το συγκεκριμένο ποί­ημα γράφεται μέσα στις φυλακές του Επταπυργίου, στη Θεσσαλονίκη. Θεωρεί αδιανόητο να μην καταγγείλει ως ποιη­τής τη βάναυση πραγματικότητα των σωματικών και ηθικών εξευτελισμών που υφίσταται ένας ολόκληρος λαός.
Τα τραγικά γεγονότα του Εμφυλίου δεν έχουν βιωθεί με τον ίδιο τρόπο από τους δύο ποιητές. Κάτι τέτοιο είναι ανα­μενόμενο, αν αναλογιστεί κανείς τις διαφορές τους, τόσο σε επίπεδο ιδεολογίας (πολιτικής αλλά και ποιητικής), όσο και σε επίπεδο ιδιοσυγκρασίας. Αυτές οι αφετηριακές διαφορές αποτυπώνονται στα εκφραστικά μέσα που επιλέγουν για να επιτύχουν τους ποιητικούς τους στόχους. Παρ' όλ' αυτά, αποδεικνύεται ότι τελικά οι ασύμπτωτες εκφραστικές και νοηματικές επιλογές τους ουσιαστικά συγκλίνουν και εκβάλλουν στο ίδιο σημείο: στην καταγγελία ενός αδελφοκτόνου πολέμου που γεννά τη φρίκη.
Ο Νίκος Εγγονόπουλος δημιουργεί ένα ποίημα που έχει ελάχιστη -ως καμία- σχέση με το υπερρεαλιστικό ποιητικό του πρόγραμμα. Δεν χαρακτηρίζεται, δηλαδή από την κυριαρχία των εικόνων, τις περίεργες συνάψεις λέξεων, την προσφι­λή προς τον ποιητή παράλληλη παρουσία της δημοτικής με την καθαρεύουσα ή την παραβίαση του λογικού ειρμού. Η γλώσσα είναι μια λιτή, καθημερινή δημοτική, που επιδιώκει την επικοινωνιακή αποτελεσματικότητα, ενώ ο στίχος α­κρωτηριασμένος, συχνά μονολεκτικός. Το ύφος είναι χαμηλόφωνο και εξομολογητικό, χωρίς συναισθηματικές εξάρσεις. Το μοναδικό, ωστόσο, σχήμα λόγου που υπάρχει διαδραματίζει ένα θεμελιώδη ρόλο. Η παρομοίωση «Είναι ως θανάτου» αποτελεί σε επίπεδο δομής τον πυρήνα, γύρω από τον οποίο οργανώνεται όλο το ποίημα. Με αυτήν την παρομοίωση αι­τιολογεί την αδυναμία του να γράψει κι έτσι συνδέει ουσιαστικά την α' ενότητα (στίχοι 1-5) στην οποία αναφερόταν στον Εμφύλιο, με την τελευταία (στίχοι 14-22) όπου δικαιολογεί τον εαυτό του και την παραίτησή του. Είναι σαφές ότι δεν επιθυμεί να επισκιάσει τον επικοινωνιακό χαρακτήρα του ποιητικού του λόγου, προκειμένου να αποφύγει τις οποι­εσδήποτε πιθανές παρερμηνείες σχετικά με τις προθέσεις του.
Αντιθέτως, το ποίημα του Μανόλη Αναγνωστάκη αναλύει και περιγράφει με τρόπο πιο συγκεκριμένο το ανθρώπινο δρά­μα του Εμφυλίου, παρουσιάζοντας έντονη συναισθηματική φόρτιση. Αυτό επιτυγχάνεται με τη δημιουργία τεσσάρων ει­κόνων: (α' «οι φίλοι που φεύγουν (στίχοι 1-3)», (β' «οι φωνές της μάνας στους έρημους δρόμους και το κλάμα του παιδι­ού» (στίχοι 4-8), (γ' «τα ερείπια» (στίχοι 9-10), (δ' «οι εφιάλτες τα ξημερώματα» (στίχοι 11-14), που προσδίδουν δραματικότητα και ζωντάνια, χωρίς να υποπίπτουν σε μελοδραματισμό. Χρησιμοποιεί άναρθρα ουσιαστικά στα οποία δίνει συμ­βολικές διαστάσεις: «φίλοι, φωνές, μάνας, ερείπια, εφιάλτης». Ο στίχος του είναι σύντομος, συχνά μονολεκτικός, ενώ η στίξη σχεδόν απουσιάζει. Καίρια είναι, ασφαλώς, η λειτουργία της παρένθεσης του τελευταίου στίχου: Περιέχει το ρη­τορικό ερώτημα, με το οποίο τίθεται έμμεσα- υπό μορφή υστερόγραφου- το θέμα της ποιητικής αποστολής. Γενικότερα, η μορφή του ποιήματος προσαρμόζεται στην πρόθεση του ποιητή να είναι ειλικρινής και λιτός, για να μην «προδώσει» την ποίηση και την αλήθεια.
2. Η ποίηση του Τάσου Λειβαδίτη, τουλάχιστον της πρώτης δημιουργικής του περιόδου, εμφανίζει την ίδια θεματική με εκείνη του Μανόλη Αναγνωστάκη. Αμφότεροι ανήκαν πολιτικά στην Αριστερά και διώχθηκαν για τις πολιτικές τους α­πόψεις.
Μέσα από τα ποιήματα αναδεικνύονται κοινές πικρές εμπειρίες από τη φυλακή: η ζοφερή ατμόσφαιρα του κελιού, ο σωματικός και ηθικός εξευτελισμός των κρατουμένων.
Η «μάνα» ως σύμβολο της αγάπης και της τρυφερότητας αποτελεί κοινό μοτίβο, που υπογραμμίζει την υπαρξιακή μο­ναξιά τους και τη γενικότερη στέρηση των αγαπημένων προσώπων.
Ενώ και στα δύο ποιήματα, θεωρείται προσωπικό καθήκον η συμμετοχή στους κοινωνικούς αγώνες, στην περίπτωση του Τάσου Λειβαδίτη το ιστορικό υποκείμενο διευρύνεται: παύει να είναι μόνο ο ποιητής εκείνος που επιφορτίζεται την ευθύνη. Το χρέος αφορά όποιον θέλει να χαρακτηρίζεται «Άνθρωπος». Η κοινωνική στράτευση καθίσταται έτσι, κατά­φαση ανθρωπιάς. Η ανάγκη για επικοινωνία με τους συντρόφους μέσα στη φυλακή και τον έξω κόσμο είναι αδήριτη. Στο ποίημα του Μανόλη Αναγνωστάκη η επαφή όμως είναι αδύνατη είτε γιατί οι σύντροφοι δεν ζουν πια «Φίλοι/ που φεύ­γουν /που χάνονται μια μέρα» είτε γιατί τα αγαπημένα πρόσωπα βρίσκονται πολύ μακριά «Κλάμα παιδιού χωρίς απά­ντηση». Αντιθέτως, στο ποίημα του Τάσου Λειβαδίτη υπάρχει απάντηση στην έκκληση για επικοινωνία και είναι αισιό­δοξη: «απ' τ' άλλο μέρος του τοίχου θα σου απαντάει η Ισπανία» και οι εκεί αγωνιστές της δημοκρατίας. Ο δίκαιος χα­ρακτήρας του αγώνα τροφοδοτεί, μάλιστα, με ένα συνολικό τόνο αισιοδοξίας όλη τη στροφή «Εσύ και μες στη φυλακή κάθε πρωί θα ξημερώνεσαι πιο νέος», στοιχείο που δεν υπάρχει στην περίπτωση του Αναγνωστάκη «Εφιάλτες / στα σι­δερένια κρεβάτια/ όταν το φως λιγοστεύει/ Τα ξημερώματα». Γενικότερα, η πίστη στον Αγώνα και η συναισθηματική έξαρση, που διακρίνουν και τα δύο ποιήματα δεν οδηγεί σε κοινή προσέγγιση της πραγματικότητας. Ο Τάσος Λειβαδί­της θέλει να συντρίψει ένα άδικο αλλά μάλλον ασύντριφτο καθεστώς και γι' αυτό ονειρεύεται την επικράτηση του μη φυσικού και του μη αναμενόμενου. Αντιθέτως, ο καταδικασμένος σε θάνατο Μανόλης Αναγνωστάκης θα υιοθετήσει στο ποίημά του μια πιο ρεαλιστική προσέγγιση της πραγματικότητας.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Related Posts Plugin for WordPress, Blogger...