Κυριακή, 9 Ιανουαρίου 2011

Διαγώνισμα Αριστοτέλη Ηθικά Νικομάχεια ενότητα 10. Άγνωστο: Πλάτωνος Ζ' Επιστολή 324 b - c (θέματα - απαντήσεις)

ΚΕΙΜΕΝΟ
     Ἔτι τὸ μὲν ἁμαρτάνειν πολλαχῶς ἔστιν (τὸ γὰρ κακὸν τοῦ ἀπείρου, ὡς οἱ Πυθαγόρειοι εἴκαζον, τὸ δ’ ἀγαθὸν τοῦ πεπερασμένου), τὸ δὲ κατορθοῦν μοναχῶς (διὸ καὶ τὸ μὲν ῥᾴδιον τὸ δὲ χαλεπόν, ῥᾴδιον μὲν τὸ ἀποτυχεῖν τοῦ σκοποῦ, χαλεπὸν δὲ τὸ ἐπιτυχεῖν)∙ καὶ διὰ ταῦτ’ οὖν τῆς μὲν κακίας ἡ ὑπερβολὴ καὶ ἡ ἔλλειψις, τῆς δ’ ἀρετῆς ἡ μεσότης∙ ἐσθλοὶ μὲν γὰρ ἁπλῶς, παντοδαπῶς δὲ κακοί. Ἔστὶν ἄρα ἡ ἀρετὴ ἕξις προαιρετική, ἐν μεσότητι οὖσα τῇ πρὸς ἡμᾶς, ὡρισμένῃ λόγῳ καὶ ᾧ ἂν ὁ φρόνιμος ὁρίσειεν. Μεσότης δὲ δύο κακιῶν, τῆς μὲν καθ’ ὑπερβολὴν τῆς δὲ κατ’ ἔλλειψιν∙ καὶ ἔτι τῷ τάς μὲν ἐλλείπειν τάς δ’ ὑπερβάλλειν τοῦ δέοντος ἔν τε τοῖς πάθεσι καὶ ἐν ταῖς πράξεσι, τὴν δ’ ἀρετὴν τὸ μέσον καὶ εὑρίσκειν καὶ αἱρεῖσθαι.


 ΠΑΡΑΤΗΡΗΣΕΙΣ
1. Να μεταφράσετε το χωρίο: «Ἔστὶν  …  αἱρεῖσθαι».                   
(Μονάδες 10)
2.  Να σχολιάσετε τη φράση: «Ἒτι τό μέν ἀμαρτάνειν … ἐπιτυχεν ».    
(Μονάδες 15)
3.  Να καταδείξετε το βουλητικό και νοησιαρχικό χαρακτήρα της αρετής.
(Μονάδες 15)
4.  Να δώσετε την τριμερή διαίρεση της ψυχής, στην οποία κατέληξε ο Αριστοτέλης στο Α' βιβλίο των Ηθικών Νικομαχείων και να δείξετε τη σχέση της με τη διάκριση των ανθρώ­πινων αρετών σε ηθικές και διανοητικές.
(Μονάδες 10)
5.  Να βρεθούν από το πρωτότυπο κείμενο τύποι που να είναι ετυμολογικά συγγενείς των παρακάτω λέξεων: διάσκεψη, σύνορα, όρθιος, μεσόγειος, πληθωρισμός, υπόλοιπο, βε­ληνεκές, ανθεκτικός.
    (Μονάδες 10)
ΑΠΑΝΤΗΣΕΙΣ
1.  Είναι επομένως η αρετή μόνιμο στοιχείο / έξη του χαρακτήρα, που επιλέγεται ελεύθερα από το άτομο' που βρίσκεται στο μέσο σε σχέση με μας και καθορίζεται από τη λογική και συγκεκριμένα, κατά τη γνώμη μου, από τη λογική που καθορίζει ο φρόνιμος άνθρω­πος. Και είναι μεσότητα ανάμεσα σε δύο κακίες, από τις οποίες η μία βρίσκεται από την πλευρά της υπερβολής, ενώ η άλλη από την πλευρά της έλλειψης' και ακόμα (είναι μεσότητα) επειδή άλλες από αυτές τις κακίες δε φτάνουν σ' αυτό που πρέπει / υπο­λείπονται του πρέποντος μέτρου, και άλλες το ξεπερνούν και στα συναισθήματα και στις πράξεις, ενώ η αρετή και βρίσκει και επιλέγει / προτιμά το μέσο.


2.  Στο χωρίο αυτό ο Αριστοτέλης αξιοποιεί το συμπέρασμα στο οποίο είχαν καταλήξει οι Πυθαγόρειοι ότι το κακό σχετίζεται με το άπειρο, ενώ το καλό με το πεπερασμένο. Δέχεται δηλαδή τη διδασκαλία των Πυθαγορείων για τις αντιθετικές δυνάμεις (τά ἐναντία), δέκα ζεύγη που κυβερνούν τον κόσμο: φῶς # σκότος, δεξιόν # ἀριστερόν, ἓν # πλῆ­θος, πέρας # ἂπειρον, ἀγαθόν # κακόν, περιττόν # ἂρτιον, ἂρρεν # θῆλυ, ἡρεμοῦν # κινούμενον, εὐθύ # καμπύλον, τετράγωνον # ἐτερόμηκες. Μέσα απ' αυτές δημιουργείται η αρ­μονία, αφού η αρμονία είναι η ένωση πολυσύνθετων πραγμάτων και συμφωνία δια­φωνούντων. Κατ' επέκταση, σύμφωνα με τον Σταγειρίτη φιλόσοφο, η αποτυχία του επι­διωκόμενου στόχου γίνεται με πολλούς τρόπους, ενώ η επιτυχία του καλού μόνον μ' έναν. Στην πραγμάτωση και βίωση της αρετής, στην κατάκτηση του αγαθού μπορεί να φτάσει κανείς μ' έναν μόνο τρόπο, αφού το μέσο βρίσκεται σε ένα μόνο σημείο. Και σ' αυτή την περίπτωση ο Αριστοτέλης χρησιμοποιεί το δομικό σχήμα των αντιθέσεων: ἀμαρτάνειν # κατορθοῦν, πολλαχῶς # μοναχῶς.
Άρα η μεσότητα είναι κάτι το δύσκολο, γίνεται με ένα τρόπο και είναι χαρακτηριστικό της αρετής. Πιο συγκεκριμένα, το να κάνουμε λάθος («τό κακόν» των Πυθαγορείων) είναι κάτι που μπορεί να συμβεί με πολλούς τρόπους («πλῆθος» των Πυθαγορείων), γιατί το κακό (δηλαδή το να κάνουμε λάθος) ανήκει στο χώρο του αδιαμόρφωτου και του χωρίς όρια. Δηλαδή οι κακές πράξεις είναι «άπειρες», και το άπειρο προκαλεί δέος στην ανθρώπινη λογική και είναι κακό. Αντίθετα, το να πετύχουμε το στόχο, το ορθό, (το «ἀγαθόν» των Πυθαγορείων) γίνεται με έναν τρόπο (το «ἓν» των Πυθαγορείων), γιατί το αγαθό, το να πετύχουμε δηλαδή το στόχο μας, βρίσκεται μέσα σε ορισμένα όρια («πέρας» των Πυθαγορείων). Παρατηρούμε ότι ο Αριστοτέλης αισθανόταν απέχθεια απέναντι στην έννοια του απείρου - που ίσως είχε κληρονομήσει από το δάσκαλό του, τον Πλάτωνα - αρνιόταν καθετί που συγκρουόταν με τη λογική αναγκαιότητα. Χαρα­κτηριστική ήταν η φράση του «ἀνάγκη στῆναι» (κάπου πρέπει όλα να σταματούν, να έχουν ένα τέλος). Επομένως, το αγαθό, οι καλές πράξεις, έχουν καθορισμένα όρια, είναι σύμμετρες και τέλειες, γιατί αυτό που έχει πέρας θεωρείται τελειότερο από το άπειρο και άμορφο. Και οι τρεις έννοιες («ἀγαθόν, ἓν, πέρας») βρίσκονται στην ίδια στήλη και σε θέση αντίθεσης με τις έννοιες («κακόν, πλῆθος, ἂπειρον»). Γι' αυτό το ένα είναι εύκο­λο (να αποτύχουμε στο στόχο μας) και το άλλο δύσκολο (να επιτύχουμε στο στόχο μας).
3. Στην ενότητα αυτή ο Αριστοτέλης θα μας δώσει τον πλήρη ορισμό της αρετής, της ικα­νότητας αυτής που κάνει τα φυσικά όντα να βρίσκονται σε τέλεια κατάσταση, ώστε να επιτελούν και τον προορισμό τους με τον καλύτερο δυνατό τρόπο (εντελέχεια). Η ηθική αρετή, λοιπόν, είναι ένα μόνιμο στοιχείο του χαρακτήρα, που επιλέγεται ελεύθε­ρα απ' το άτομο και βρίσκεται στο μέσο που προσδιορίζεται με κριτήρια υποκειμενικά και καθορίζεται απ' τη λογική του φρόνιμου ανθρώπου. Η αρετή δηλαδή έχει βουλητικό (έξις προαιρετική) και νοησιαρχικό χαρακτήρα (ὡρισμένῃ λόγῳ).
Ας εξετάσουμε αρχικά το βουλητικό χαρακτήρα προσδιορίζοντας τους όρους. έξις. προαιρετική.
α. Έξις: (= ἓξω μέλλοντας του ἒχω): Είναι ένα μόνιμο χαρακτηριστικό, μια σταθερή κατάσταση που προκύπτει απ' τη συνεχή εξάσκηση και τη συνήθεια. Κάθε έξη είναι απο­τέλεσμα όμοιων ενεργειών, που επαναλαμβάνονται και αυτό σημαίνει ότι απ' την ποιό­τητα που επιλέγει το άτομο να προσδώσει στις ενέργειές του εξαρτάται και η ποιότητα των έξεων, αν δηλαδή θα είναι θετικές (αρετές) ή αρνητικές (κακίες). Άρα μία έξη είναι αρετή όταν βοηθάει αυτόν που την έχει να εκτελεί το έργο του με σωστό τρόπο. Έτσι «ἓξις», γενικά, είναι το να βρίσκεται ένα υποκείμενο ύστερα από άσκηση και επίμονη θέληση σε μια διαρκή κατάσταση τέτοια, ώστε να ενεργεί με ένα μόνιμο και σταθερό τρόπο, είναι δηλαδή μια κατάσταση προαίρεσης. Επειδή όμως οι έξεις γίνονται με την επανάληψη όμοιων ενεργειών, από τις ενέργειες του ανθρώπου μόνο οι καλές έχουν σχέση με την αρετή.
β. Προαιρετική: Ο Αριστοτέλης, αφού προσδιόρισε το «γένος» της αρετής, δίνει τώρα την «ειδοποιό διαφορά» της: η αρετή πρέπει να χαρακτηρίζεται και από «προαίρεσιν», δηλαδή να προϋποθέτει ελεύθερη επιλογή· ή προαίρεση δεν είναι απλώς μια εκούσια πράξη (γιατί και τα παιδιά και τα ζώα ενεργούν εκούσια, αλλά όχι ύστερα από ώριμη σκέψη), ούτε απλή επιθυμία ή «θυμός» (γιατί και τα άλογα ζώα έχουν θυμό, όχι όμως προαίρεση) ούτε μόνο βούληση (γιατί η βούληση μπορεί να στρέφεται και σε πράγματα που είναι αδύνατα, όπως η αθανασία μας, και επιπλέον γιατί η βούληση απο­βλέπει πιο πολύ στο σκοπό και όχι στα μέσα, όπως η προαίρεση).
Η προαίρεση, λοιπόν, δηλώνει προσωπική επιλογή που όμως δε γίνεται στιγμιαία, τυχαία, επιπόλαια και απερίσκεπτα, αλλά «μετά λόγου και διανοίας», ύστερα από λογι­κή και ώριμη σκέψη. Η προαίρεση προϋποθέτει τη σκέψη που καταλήγει σε μια τελική επιλογή και απόφαση να πράξουμε κάτι. Την ποιότητα μιας πράξης, θετική ή αρνητική, τη χαρακτηρίζει η προαίρεση, γιατί η ενέργειά μας δεν αξιολογείται από τα ενδεχόμενα αποτελέσματά της, αλλά από την προαίρεση με την οποία ξεκίνησε. Αυτή είναι ο πυρή­νας της ηθικής πράξης, η βάση της αρετής. Αν αποφασίσουμε ύστερα από ώριμη σκέψη και εφόσον υπάρχουν και οι άλλες προϋποθέσεις (π.χ. μεσότητα), τότε η πράξη μας είναι ενάρετη. Αυτό σημαίνει ότι ο Αριστοτέλης στην ηθική δέχεται την ελευθερία της βούλησης. Ανακεφαλαιωτικά, ο Αριστοτέλης αναφέρεται στην ελευθερία της βούλησης του ανθρώπου, δηλαδή της ελευθερίας του να διαμορφώνει τη δράση του σύμφωνα με τη θέλησή του και τις επιλογές του, χωρίς καταναγκασμό. Είναι σίγουρο ότι αυτός που επιλέγει αυτοβούλως την αρετή έχει συνειδητοποιήσει το υψηλό νόημά της. Ο Αριστο­τέλης τονίζει συχνά τη σημασία της προαίρεσης, αφού για την ύπαρξη της αρετής και για να χαρακτηρισθεί μια πράξη ενάρετη ο άνθρωπος θα πρέπει να έχει α) συνείδηση της πράξης του (εἰδώς), β) την ανάλογη προαίρεση (προαιρούμενος), γ) σιγουριά και σταθερότητα στην πραγματοποίησή της (βεβαίως καί ἀμετακινήτως ἒχει).
Ο νοησιαρχικός χαρακτήρας της αρετής θεμελιώνεται με τη φράση «ὡρισμένῃ λόγῳ» και με την αναφορά στο φρόνιμο άνθρωπο. Ο Αριστοτέλης, λοιπόν, προσθέτει ένα αντικειμενικό κριτήριο, τον ορθό λόγο, τη λογική, τη σωστή κρίση για να εξισορρο­πήσει την κατάσταση με το υποκειμενικό κριτήριο της μεσότητας και να διασφαλίσει την αντικειμενικότητα. Διευκρινίζει μάλιστα ότι αναφέρεται ειδικά στη λογική όχι του μέσου, κοινού ανθρώπου, αλλά του φρόνιμου, του συνετού, ο οποίος σταθμίζει τα πάντα με ακρίβεια και κατέχει το αγαθό και στον οποίο ενώνονται και συνυπάρχουν όλες οι αρε­τές. Τη φρόνηση την έχει αποκτήσει με το λόγο. Χάρη σ' αυτή υπάρχουν και όλες οι άλλες αρετές, ενώ αν λείπει μία αρετή από έναν άνθρωπο, αυτό δείχνει ότι δεν έχει φρόνηση και αποδιοργανώνεται ως προσωπικότητα. Η φρόνηση είναι θεμελιώδης προ­ϋπόθεση για την κατάκτηση και την καλλιέργεια της αρετής. Φρόνιμος, λοιπόν, άνθρω­πος είναι αυτός που υψώθηκε σε ηθική προσωπικότητα και κατόρθωσε να γίνει πα­ράδειγμα, μέτρο σύγκρισης για τους άλλους, ώστε να έχουν τις πράξεις του ως κριτή­ριο για την ηθική ποιότητα των δικών τους πράξεων. Είναι ο ιδανικός άνθρωπος που διέ­πεται από γενναιοδωρία, μεγαλοπρέπεια, φιλοτιμία, ηρεμία, ανιδιοτέλεια.
Σύμφωνα με τον During ο ορθός λόγος του Αριστοτέλη έχει την ίδια λειτουργία με τη γνώση των Ιδεών του Πλάτωνα, χωρίς βέβαια να έχει κάτι σκοτεινό και μυστηριώδες. Είναι δηλαδή μία σταθερά του αριστοτελικού στοχασμού, καρπός της καλλιέργειας, της εμπειρίας και της σοφίας.
4.  Ο Αριστοτέλης χρειαζόταν να κάνει μια σημαντικότατη διάκριση. Ας παρακολουθήσουμε πώς οδηγήθηκε σ' αυτή: Η ψυχή του ανθρώπου, είπε ο Αριστοτέλης, αποτελείται κατ' αρχήν από δύο μέρη, από το λόγον έχον μέρος και από το άλογον ( ο άνθρωπος δηλαδή ως ζω­ντανός οργανισμός λειτουργεί με δύο τρόπους: α) με βάση τη λογική του, β) με τρόπους που δεν έχουν καμιά απολύτως σχέση με το λογικό του). Η αρχική όμως αυτή διμερής διαί­ρεση κατέληξε σε τριμερή, αφού ο Αριστοτέλης διέκρινε τελικά α) ένα καθαρά ἂλογον μέρος της ψυχής, β) ένα καθαρά λόγον ἒχον μέρος και γ) ένα μέρος που μετέχει και του αλόγου και του λόγον έχοντος μέρους της ψυχής. Το πρώτο έχει σχέση με την ανατροφή και ανάπτυξη του ανθρώπινου οργανισμού και άρα δεν έχει καμιά απολύτως σχέση με την αρετή. Το τρίτο (ο ίδιος το ονόμασε ἐπιθυμητικόν) έχει σχέση με τις αρετές που περιγρά­φουν τον χαρακτήρα του ανθρώπου (ηθικές αρετές), ενώ το δεύτερο, που αφορά απόλυτα και καθαρά το λογικό μας, έχει σχέση με τις διανοητικές μας αρετές ( π.χ. με τη σοφία ή τη φρόνηση). Έτσι ο Αριστοτέλης κατέληξε να διακρίνει τις ανθρώπινες αρετές σε ηθικές και διανοητικές.
5. σκοποῦ, ὡρισμένῃ , κατορθοῦν, μέσον, πολλαχῶς, ἒλλειψις, ὑπερβολήν, ἓξις.
Νέος ἐγώ ποτε ὢν πολλοῖς δὴ ταὐτὸν ἔπαθον· ᾠήθην, εἰ θᾶττον ἐμαυτοῦ γενοίμην κύριος, ἐπὶ τὰ κοινὰ τῆς πόλεως εὐθὺς ἰέναι. καί μοι τύχαι τινὲς τῶν τῆς πόλεως πραγμάτων τοιαίδε παρέπεσον. ὑπὸ πολλῶν γὰρ τῆς τότε πολιτείας λοιδορουμένης μεταβολὴ γίγνεται, καὶ τῆς μεταβολῆς εἷς καὶ πεντήκοντά τινες ἄνδρες προύστησαν ἄρχοντες, ἕνδεκα μὲν ἐν ἄστει, δέκα δ᾽ ἐν Πειραεῖ - περί τε ἀγορὰν ἑκάτεροι τούτων ὅσα τ᾽ ἐν τοῖς ἄστεσι διοικεῖν ἔδει - τριάκοντα δὲ πάντων ἄρχοντες κατέστησαν αὐτοκράτορες. τούτων δή τινες οἰκεῖοί τε ὄντες καὶ γνώριμοι ἐτύγχανον ἐμοί, καὶ δὴ καὶ παρεκάλουν εὐθὺς ὡς ἐπὶ προσήκοντα πράγματά με. καὶ ἐγὼ θαυμαστὸν οὐδὲν ἔπαθον ὑπὸ νεότητος·          
(Πλάτωνος Ζ' Επιστολή 324 b - c)
προΐσταμαι = μπαίνω επικεφαλής                    
τύχαι = ατυχίες, συμφορές
1.   Να μεταφραστεί το κείμενο στη νεοελληνική γλώσσα.               (Μονάδες 20)
2.    α. προύστησαν, ᾠήθην: Να γίνει Εγκλιτική Αντικατάσταση στους τύπους.
ἰέναι: Να γραφεί το β' ενικό όλων των εγκλίσεων του Ενεστώτα.
β. θᾶττον: Να γραφούν τα παραθετικά.
γ.  εἷς: Το ίδιο στη δοτική ενικού.            
ἂνδρες: Το ίδιο στην κλητική ενικού.
ἂστει: Το ίδιο στη γενική πληθυντικού.
τούτων: Το ίδιο στην ονομαστική πληθ.
(Μονάδες 10)
3.   α. νέος, πολλος, ἐμαυτοῦ, τῆς λοιδορουμένης: Να χαρακτηριστούν συντακτικά οι λέξεις.
(Μονάδες 3)
β. ὂντες: Να αναγνωριστεί συντακτικά η μετοχή και να αναλυθεί σε ισοδύναμη πρόταση.
(Μονάδες 3)
γ. εἰ γενοίμην κύριος, ᾠήθην ἰέναι: Να αναγνωριστεί ο υποθετικός λόγος και να μετα­τραπεί στον αντίστοιχο ευθύ.                                                         
(Μονάδες 4)
ΑΠΑΝΤΗΣΕΙΣ
1.   Κάποτε που ήμουν νέος έπαθα το ίδιο με αυτό που παθαίνουν πολλοί· νόμισα, ότι αν κατορθώσω γρηγορότερα να εξουσιάσω τον εαυτό μου, αμέσως πρέπει να ασχολη­θώ με τις υποθέσεις της πόλης. Μου συνέβησαν δε μερικά περιστατικά από τις υποθέσεις της πόλης, τα παρακάτω: Επειδή δηλαδή από πολλούς κατηγορούνταν το προηγούμενο πολίτευμα, έγινε αλλαγή καθεστώτος (μεταβολή) και στη μεταβολή τέθηκαν επικεφαλής ως άρχοντες πενήντα ένας άνδρες, έντεκα μεν στην πόλη, δέκα δε στον Πειραιά - καθένας δε από αυτούς ρύθμιζε τα σχε-τικά με την αγορά καί όσα έπρεπε (να ρυθμίζουν) στις πόλεις- από όλους δε τριάντα έγιναν άρχοντες με απε­ριόριστη εξουσία. Από αυτούς μερικοί τύχαινε να είναι συγγενείς μου και φίλοι, μάλι­στα αμέσως με προέτρεπαν σε υποθέσεις που (κατά τη γνώμη τους) ταίριαζαν σε μέ­να. Εγώ εξαιτίας της νεότητας δεν έπαθα τίποτε το παράδοξο.
2.    α. προύστησαν, προστῶσι, προσταῖεν, προστάντων
β. ταχέως – θᾶττον - τάχιστα
ᾠήθην, οἰηθῶ, οἰηθείην                                     
γ. ἑνί, ἂστεων, ἂνερ, οὗτοι
ἒρχει, ἲῃς, ἲοις, ἲθι
3.   α. νέος = κατηγορούμενο από τη μτχ. ὢν.
πολλοῖς = δοτική αντικειμενική από το ταὐτόν.
ἐμαυτοῦ = γενική αντικειμενική από το κύριος.
τῆς λοιδορουμένης = αιτιολογική μετοχή απόλυτη με υποκείμενο τῆς πόλεως.
β. ὂντες = κατηγορηματική μετοχή από το ρήμα ἐτύγχανον. Αναλύεται σε ειδική πρόταση ὃτι + ευκτική πλαγίου λόγου καθώς το ρήμα εξάρτησης είναι ιστορικού χρόνου = ὃτι εἶεν.
γ. εἰ γενοίμην κύριος, ᾠήθην ἰέναι = Είναι εξαρτημένος υποθετικός λόγος και φανερώνει το προσδοκώμενο. Η υπόθεση είναι σε ευκτική πλαγίου λόγου γιατί εξαρτάται από χρόνο ιστορικό (ᾠήθην).
Ευθύς: ἐάν γένωμαι κύριος, εἶμι.                    

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Related Posts Plugin for WordPress, Blogger...