Κυριακή, 19 Δεκεμβρίου 2010

Διαγώνισμα Αριστοτέλη Ηθικά Νικομάχεια Ενότητα 9η

ΔΙΔΑΓΜΕΝΟ ΚΕΙΜΕΝΟ

ΚΕΙΜΕΝΟ Α

Οἷον καὶ φοβηθῆναι καὶ θαρρῆσαι καὶ ἐπιθυμῆσαι καὶ ὀργισθῆναι καὶ ἐλεῆσαι καὶ ὃλως ἡσθῆναι καὶ λυπηθῆναι ἒστι καὶ μᾶλλον καὶ ἧττον, καὶ ἀμφότερα οὐκ εὖ. τὸ δ’ ὃτε δεῖ καὶ ἐφ’ οἷς καὶ πρὸς οὗς καί οὗ  ἓνεκα καὶ ὡς δεῖ, μέσον τε καὶ ἂριστον, ὃπερ ἐστί τῆς ἀρετῆς. Ὁμοίως δὲ καὶ περὶ τὰς πράξεις ἒστιν ὑπερβολή καὶ ἒλλειψις καὶ τὸ μέσον. Ἡ δ’ ἀρετὴ περὶ πάθη καὶ πράξεις ἐστίν, ἐν οἷς ἡ μὲν ὑπερβολή ἁμαρτάνεται καὶ ψέγεται καὶ ἡ ἒλλειψις, τὸ δὲ μέσον ἐπαινεῖται καὶ κατορθοῦται. ταῦτα δ’ ἂμφω τῆς ἀρετῆς. Μεσότης τις ἂρα ἐστίν ἡ ἀρετή, στοχαστική γε οὖσα τοῦ μέσου.



ΚΕΙΜΕΝΟ Β

Ἒτι τὸ μὲν ἁμαρτάνειν πολλαχῶς ἒστιν (τὸ γὰρ κακόν τοῦ ἀπείρου, ὡς οἱ Πυθαγόρειοι εἲκαζον, τὸ δ’ ἀγαθόν τοῦ πεπερασμένου), τὸ δὲ κατορθοῦν μοναχῶς (διό καὶ τὸ μὲν ῥάδιον τὸ δὲ χαλεπόν,  ῥάδιον μὲν τὸ ἀποτυχεῖν τοῦ σκοποῦ, χαλεπόν δὲ τὸ ἐπιτυχεῖν). καὶ διὰ ταῦτ’ οὖν τῆς μὲν κακίας ἡ ὑπερβολή καὶ ἡ ἒλλειψις, τῆς δ’ ἀρετῆς ἡ μεσότης .
                   ἐσθλοὶ μὲν γὰρ ἁπλῶς, παντοδαπῶς δὲ κακοί.
Ἒστιν ἂρα ἡ ἀρετὴ ἓξις προαιρετική, ἐν μεσότητι οὖσα τῇ πρὸς ἡμᾶς, ὡρισμένη λόγῳ καὶ ᾧ ἂν ὁ φρόνιμος ὁρίσειεν. Μεσότης δὲ δύο κακιῶν, τῆς μὲν καθ’ ὑπερβολήν τῆς δὲ κατ’ ἒλλειψιν. καὶ ἒτι τῷ τὰς μὲν ἐλλείπειν τὰς δ’ ὑπερβάλλειν τοῦ δέοντος ἒν τε τοῖς πάθεσι καὶ ἐν ταῖς πράξεσι, τὴν δ’ ἀρετὴν τὸ μέσον καὶ εὑρίσκειν καὶ αἱρεῖσθαι.

ΠΑΡΑΤΗΡΗΣΕΙΣ

1) Να μεταφράσετε το πρώτο απόσπασμα που σας δίνεται στη νέα ελληνική.

                                                                             Μονάδες 10
2) Ποια στοιχεία του 1ου κειμένου δίνουν την κοινωνική διάσταση της αρετής;            
Μονάδες 9
3) Ποιο είναι το προσεχές γένος της αρετής και ποια η ειδοποιός της διαφορά όπως περιλαμβάνεται στον ορισμό της; (κείμενο Β)
                                                                                                          Μονάδες 15
4) Για ποιο λόγο ο Αριστοτέλης αναφέρει στον ορισμό του για την αρετή τις λέξεις “ὡρισμένη λόγῳ”;   
Μονάδες 6
5) Ποια γνώμη διατύπωσε ο Αριστοτέλης για την Αθήνα και τους Αθηναίους;
                                                                             Μονάδες 10

6) α) Να εντοπίσετε στο 1ο κείμενο τα αντώνυμα των τύπων : λυπηθῆναι, ἧττον, ἒλλειψις, ἁμαρτάνεται, ἐπαινεῖται.             
Μονάδες 5
     β) Να εντοπίσετε λέξεις του 2ου κειμένου που έχουν ετυμολογική συγγένεια με τις παρακάτω (μια λέξη για κάθε μία που σας δίνεται):  αρμός, συμπέρασμα, βαλβίδα, σχέδιο, λιπόσαρκος                 
Μονάδες 5

ΑΔΙΔΑΚΤΟ ΚΕΙΜΕΝΟ

Ἡμεῖς δὲ ὑμῶν δεόμεθα μὲν οὐδέν, λέγομεν δ’ ὑμῖν, εἰ μήτε ἐκ τῶν εἰκότων μήτε ἐκ τῶν μαρτυρουμένων οὗτος νῦν ἐλέγχεται, οὐκ ἒστιν ἒτι τῶν διωκομένων ἒλεγχος οὐδείς. Σαφῆ μὲν γὰρ τὸν θάνατον γιγνώσκοντες, φανερῶς δὲ τὰ ἲχνη τῆς ὑποψίας εἰς τοῦτον φέροντα, πιστῶς δὲ τοῦ ἀκολούθου μαρτυροῦντος, πῶς ἂν δικαίως ἀπολύοιτε αὐτόν; ἀδίκως δ’ ἀπολυομένου τούτου ὑφ’ ὑμῶν, ἡμῖν μὲν προστρόπαιος ὁ ἀποθανών οὐκ ἒσται, ὑμῖν δὲ ἐνθύμιος γενήσεται. Ταῦτα οὖν εἰδότες βοηθεῖτε μὲν τῷ ἀποθανόντι, τιμωρεῖσθε δὲ τὸν ἀποκτείναντα, ἁγνεύετε δὲ τὴν πόλιν. Τρία γὰρ ἀγαθὰ πράξετε. ἐλάσσους μὲν τοὺς ἐπιβουλεύοντας καταστήσετε, πλείους δὲ τοὺς τὴν εὐσέβειαν ἐπιτηδεύοντας, ἀπολύσεσθε δ’ αὐτοί τῆς ὑπέρ τούτου μιαρίας.
                                                          ΑΝΤΙΦΩΝΤΟΣ ΤΕΤΡΑΛΟΓΙΑ Α΄, 9-11

ΛΕΞΙΛΟΓΙΟ

ἐλέγχομαι : κατηγορούμαι, ανακρίνομαι
ἒλεγχος : ανάκριση, απόδειξη ενοχής
ἀκόλουθος : υπηρέτης, δούλος
ἀπολύω : αθωώνω
προστρόπαιος (εδώ) : η ψυχή του νεκρού που καταδιώκει τον εχθρό ζητώντας εκδίκηση
ἐνθύμιος : ψυχική ανησυχία, το βάρος της ψυχής
ἁγνεύω : εξαγνίζω, καθαρίζω
ἐπιτηδεύω : διαπράττω, φροντίζω, επιδιώκω
μιαρία : κτηνωδία, αχρειότητα

ΠΑΡΑΤΗΡΗΣΕΙΣ

1) Να μεταφραστεί το κείμενο.                                          Μονάδες 20

2) “σαφῆ, φέροντα, ἡμῖν, τῷ ἀποθανόντι, πλείους” : Να xαρακτηριστούν συντακτικά οι όροι.                                                       
Μονάδες 5

3) α) Να χαρακτηριστεί ο υποθετικός λόγος του κειμένου και να τραπεί στο είδος του προσδοκωμένου.                                                   
Μονάδες 2,5

  β) γιγνώσκοντες, ἀδίκως ἀπολυομένου : Να γίνει ανάλυση των μετοχών και να χαρακτηριστούν οι λανθάνοντες υποθετικοί λόγοι.       
                                                                   Μονάδες 2,5
4) Να γράψετε τους ζητούμενους τύπους για καθεμιά από τις παρακάτω λέξεις του κειμένου :
δεόμεθα : το β΄ πληθυντικό πρόσωπο της προστακτικής του ίδιου χρόνου στην ίδια φωνή.
οὗτος : την ονομαστική του πληθυντικού αριθμού στο θηλυκό γένος
ἐλέγχεται : το β΄ πληθυντικό πρόσωπο του υπερσυντελίκου
σαφῆ : την ίδια πτώση, στο ίδιο γένος, στον άλλο αριθμό
γιγνώσκοντες :το γ΄ πληθυντικό πρόσωπο της προστακτικής του
αορίστου β΄
εἰδότες : την αιτιατική του ίδιου αριθμού στο θηλυκό γένος
τῷ ἀποθανόντι : την ίδια πτώση, στο ουδέτερο γένος του άλλου αριθμού
τιμωρεῖσθε : το ίδιο πρόσωπο, στην ίδια έγκλιση και χρόνο της ενεργητικής φωνής
καταστήσετε : το γ΄ πληθυντικό πρόσωπο της οριστικής του ενεστώτα στην ίδια φωνή.
πλείους : τους άλλους βαθμούς
                                                                             Μονάδες 10

ΑΡΧΑΙΑ ΕΛΛΗΝΙΚΑ Γ΄ ΛΥΚΕΙΟΥ
ΑΠΑΝΤΗΣΕΙΣ

ΔΙΔΑΓΜΕΝΟ ΚΕΙΜΕΝΟ

1) Για παράδειγμα μπορεί κανείς να φοβηθεί και να δείξει θάρρος και να επιθυμήσει και να οργιστεί και να ευσπλαχνιστεί και, γενικά, να νιώσει ευχαρίστηση ή δυσαρέσκεια και σε μεγαλύτερο και σε μικρότερο βαθμό, και ούτε το ένα , ούτε το άλλο από τα δύο αυτά είναι καλό. το να τα αισθανθεί όμως κανείς όλα αυτά τη στιγμή που πρέπει, και σε σχέση με τους ανθρώπους που πρέπει, και για το λόγο που πρέπει και με τον τρόπο που πρέπει, αυτό είναι το «μέσον» και το «άριστο», το οποίο έχει, βέβαια, σχέση με την αρετή. Όμοια και στις πράξεις υπάρχει υπερβολή και έλλειψη και το μέσον. Και η αρετή αναφέρεται στα «πάθη» και στις «πράξεις», στα οποία η υπερβολή αποτελεί λάθος και ψέγεται, και η έλλειψη, ενώ το μέσον επαινείται και είναι το σωστό. και τα δύο αυτά πάνε μαζί με την αρετή. Ένα είδος μεσότητας λοιπόν είναι η αρετή, καθώς έχει για στόχο της το μέσον.

2) Η κοινωνική διάσταση της αρετής δηλώνεται στο κείμενο χαρακτηριστικά με τα δύο ρήματα “δεῖ” (καθώς και μ΄ αυτά που εννοούνται ενδιάμεσα) και με τα ρήματα “ψέγεται και ἐπαινεῖται¨. Σ΄αυτό το σημείο ο Αριστοτέλης υπογραμμίζει πως σε όλες τις κοινωνίες υπάρχουν κριτήρια ορθότητας των πράξεων και της συμπεριφοράς των ατόμων που παρέχουν σ΄αυτά τη βεβαιότητα ότι οι πράξεις τους είναι σωστές ή όχι.
Τα κριτήρια αυτά της ορθής κοινωνικής συμπεριφοράς που ορίζονταν κυρίως από τη λαϊκή παράδοση, που επιβάλλει κάποιους άγραφους νόμους και είναι συνυφασμένη με τη θρησκευτική παράδοση των αρχαίων Ελλήνων, από τους νόμους της πόλης και τον ορθό λόγο.
Καθόριζαν τη συμπεριφορά των ατόμων καθώς οι αρχαίοι Έλληνες λειτουργούσαν κυρίως ως πολίτες –μέλη ενός οργανωμένου συνόλου και έπειτα ως μεμονωμένα άτομα.
Έτσι, ενάρετος πολίτης είναι αυτός που είναι καλός συμπολίτης, που κάνει το καθήκον του απέναντι στην πόλη-κράτος. Δηλαδή η αρετή του αρχαίου Έλληνα είναι «πολιτική», έχει σχέση με τον άνθρωπο ως πολιτικό όν, δεν είναι προσωπική, ατομική αρετή. Αν η πράξη του πολίτη είναι σύμφωνη με τους κανόνες της κοινωνικής συμβίωσης, τότε είναι ενάρετη.
Επομένως, το πρώτο κριτήριο που καθορίζει την ορθότητα, τη μεσότητα, το «δεῖ»είναι το πνεύμα της κοινότητας, οι κανόνες της κοινωνικής και πολιτικής συμβίωσης μέσα στην πόλη-κράτος. Αυτά προσδιορίζουν πότε μια πράξη ή μια συμπεριφορά πρέπει να επαινείται ή να ψέγεται, αυτά προσδιορίζουν τι είναι ορθό, τι είναι μεσότητα ή τι είναι λάθος, υπερβολή ή έλλειψη. Γι’ αυτό ακριβώς υποστηρίζεται ότι ο Αριστοτέλης και σ’ αυτή την ενότητα προβάλλει την κοινωνική διάσταση της ηθικής αρετής.

3)    Ο Αριστοτέλης για να ορίσει μια έννοια, καθορίζει αρχικά το προσεχές της γένος, δηλαδή πρέπει να υπαχθεί η έννοια στο πλησιέστερο σύνολο στο οποίο περιέχεται και στη συνέχεια καθορίζει την ειδοποιό διαφορά της, το ιδιαίτερο δηλαδή γνώρισμα που κάνει την έννοια να διακρίνεται από τις άλλες ομογενείς της. Το προσεχές γένος της αρετής είναι οι εξείς (ἒξις) και η ειδοποιός διαφορά της, όπως αυτή περιλαμβάνεται στον ορισμό της, είναι η προαίρεση ( ἒξις προαιρετική) που προκύπτει από τη λογική του ανθρώπου.
Άρα η αρετή είναι έξις ( μόνιμο στοιχείο του χαρακτήρα μας που προκύπτει από συνήθεια ή άσκηση ) που διαφέρει από τις άλλες καθώς απαραίτητη προϋπόθεση για να φτάσει κανείς σ΄αυτήν είναι η προαίρεση, που περιλαμβάνει σκέψη, αβίαστη επιλογή, προσπάθεια, από την πλευρά του ατόμου και ορθό λόγο προκειμένου το άτομο να αποφύγει την κακία που προκύπτει από τις ακρότητες και να εξασφαλίσει την κατάκτησή της.
Είναι η εκλογή, ύστερα από ώριμη σκέψη, ενός πράγματος ανάμεσα σε δύο ή περισσότερα που έχω στην εξουσία μου και που είναι προσιτά σε μένα. Η προαίρεση προϋποθέτει τη σκέψη που καταλήγει σε μια τελική επιλογή και απ΄΄οφαση να πράξουμε κάτι.
Την ηθική ποιότητα μιας πράξης, θετική ή αρνητική, τη χαρακτηρίζει η προαίρεση, γιατί η πράξη μας δεν αξιολογείται από τα ενδεχόμενα αποτελέσματά της, αλλά από την προαίρεση με την οποία ξεκίνησε. Η προαίρεση είναι ο πυρήνας της ηθικής πράξης, η βάση της αρετής. Αν αποφασίσω ύστερα από ώριμη σκέψη και εφόσον υπάρχουν και οι άλλες προϋποθέσεις (π.χ. μεσότητα), τότε η πράξη μου είναι ενάρετη. Αυτό σημαίνει ότι ο Αριστοτέλης στην ηθική δέχεται την ελευθερία της βούλησης.
Πάντως, η σημασία της προαίρεσης για την ύπαρξη της αρετής επανειλημμένα τονίζεται από τον Αριστοτέλη.

4) Ο Αριστοτέλης έχει ήδη αναφέρει ότι το μέσον ( στην αρετή ) προσδιορίζεται με κριτήρια υποκειμενικά, σε σχέση δηλαδή με μας, τις ανάγκες, τις δυνατότητες, τις απόψεις μας, την ιδιότητα μας και φυσικά είναι διαφορετικό για κάθε άτομο. Έτσι όμως υπάρχει φόβος για παρανόηση καθώς δημιουργείται η εντύπωση ότι το κάθε άτομο προσδιορίζει το μέσον με το δικό του τρόπο και ορίζει την αρετή με κριτήρια υποκειμενικά ( επομένως δεν υπάρχει κοινός ορισμός της αρετής, αλλά αυτός διαφέρει από άνθρωπο σε άνθρωπο ). Γι΄αυτό ο Αριστοτέλης προσθέτει στον ορισμό ένα κοινό κριτήριο, τον ορθό λόγο, το οποίο διασφαλίζει την αντικειμενικότητα. Και μάλιστα ο φιλόσοφος διευκρινίζει ότι αναφέρεται στη λογική του φρόνιμου ανθρώπου, του μυαλωμένου ( σύμφωνα με τα κοινωνικά κριτήρια της εποχής ) και όχι στην κοινή ανθρώπινη λογική.
5) Βλ. σχολικό βιβλίο σελ 147 ¨ Η παράδοση λέει … του Σωκράτη ¨

6) α) λυπηθῆναι - ἡσθῆναι
         ἧττον – μᾶλλον
         ἐλλειψις - ὑπερβολή
         ἁμαρτάνεται – κατορθοῦται
         ἐπαινεῖται – ψέγεται
    
    β) αρμός - ἀρετή
        συμπέρασμα – πεπερασμένου
        βαλβίδα – υπερβολή
        σχέδιο - ἓξις
        λιποσαρκος - ἒλλειψιν

ΑΔΙΔΑΚΤΟ ΚΕΙΜΕΝΟ

1) Εμείς δεν ζητάμε τίποτα, σας λέμε μόνο, ότι, αν ούτε με πιθανότητες ούτε με μαρτυρίες αυτός τώρα αποδεικνύετε ένοχος, δεν υπάρχει πλέον κανείς τρόπος αποδείξεως της ενοχής των κατηγορουμένων. Αν λοιπόν από τη μία γνωρίζετε ότι ο θάνατος είναι βέβαιος, αν από την άλλη τα ίχνη της υποψίας φανερά οδηγούν σ’ αυτόν και αν  η μαρτυρία του δούλου είναι αξιόπιστη, πώς λοιπόν θα μπορέσετε να τον αθωώσετε σύμφωνα με το δίκαιο; Αν τον αθωώσετε άδικα, το «πνεύμα» του νεκρού δεν θα καταδιώξει εμάς αλλά θα στραφεί προς εσάς. Επειδή λοιπόν γνωρίζετε αυτά, βοηθήστε από τη μια το νεκρό, τιμωρείστε από την άλλη το δολοφόνο, εξαγνίζετε την πόλη. Θα κάνετε δηλαδή τρία καλά συγχρόνως. από τη μια θα ελαττώσετε τον αριθμό των δολοφόνων και από την άλλη θα κάνετε περισσότερους τους ευσεβείς και εσείς οι ίδιοι θα απαλλαγείτε από την αχρειότητα που βαρύνει αυτόν.

2) σαφῆ : κατηγορούμενο μέσω της μετοχής “ὂντα” που εννοείται, στον όρο θάνατον.
φέροντα : υποθετική μετοχή, επιρρηματική σε θέση επιρρηματικού προσδιορισμού της προϋπόθεσης στο ρήμα “ἀπολύοιτε”, συνημμένη στο αντικείμενο του “αὐτόν”.
ἡμῖν : δοτική αντικειμενική που εξαρτάται από το “προστρόπαιος”.
τῷ ἀποθανόντι : επιθετική μετοχή, σε θέση αντικειμένου στο ρήμα βοηθεῖτε.
πλείους : κατηγορούμενο του αντικειμένου “τοὺς ἐπιτηδεύοντας” του ρήματος καταστήσετε.

3) α) Ο υποθετικός λόγος έχει την εξής μορφή : “εἰ μήτε ἐκ τῶν εἰκότων μήτε ἐκ των μαρτυρουμένων οὗτος νῦν ἐλέγχεται”, που είναι η υπόθεση και με απόδοση την ειδική πρόταση του πλαγίου λόγου κρίσεως “οὐκ ἒστιν ἒτι τῶν διωκομένων ἒλεγχος οὐδείς” που έχει τη θέση άμεσου αντικειμένου στο ρήμα “λέγομεν” σχηματίζεται υποθετικός λόγος στον πλάγιο λόγο που δηλώνει το πραγματικό. Ο ειδικός σύνδεσμος “ὃτι” παραλείπεται ως ευκόλως εννοούμενος μιας και το λεκτικό ρήμα “λεγομεν” συντάσσεται με ειδική πρόταση ή ειδικό απαρέμφατο του πλάγιου λόγου κρίσεως.
Για να δηλωθεί το προσδοκώμενο ο υποθετικός λόγος θα πάρει την εξής μορφή:
“ἐάν μήτε ἐκ τῶν εἰκότων μήτε ἐκ τῶν μαρτυρουμένων οὗτος νῦν ἐλέγχηται, οὐκ ἒσται ἒτι τῶν διωκομένων ἒλεγχος οὐδείς”.

3)β) “γιγνώσκοντες”: Η υποθετική μετοχή αναλύεται στην αντίστοιχη υποθετική πρόταση “εἰ γιγνώσκοιτε τὸν θάνατον μὲν γὰρ σαφῆ ” και με απόδοση το ρήμα της ευθείας ερώτησης “ἂν ἀπολύοιτε” σχηματίζεται λανθάνοντας υποθετικός λόγος που δηλώνει την απλή σκέψη του λέγοντος.
“ἀπολυομένου”: Η υποθετική μετοχή αναλύεται στην αντίστοιχη υποθετική πρόταση “ἐάν οὗτος ἀπολύηται ἀδίκως” και με απόδοση τα ρήματα “ἒσται” και “γενήσεται” σχηματίζεται λανθάνοντας υποθετικός λόγος που δηλώνει το προσδοκώμενο. Πρόκειται για σύνθετο υποθετικό λόγο.

4)    δεῖσθε
  αὗται
  ἐλήλεγχθε
  τοὺς σαφεῖς
  γνόντων και γνώτωσαν
  τὰς εἰδυίας
  τοῖς ἀποθανοῦσι
  τιμωρεῖτε
  καθιστᾶσι
  πολλούς – πλείστους

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Related Posts Plugin for WordPress, Blogger...