Τετάρτη, 15 Δεκεμβρίου 2010

Λογοτεχνία Θεωρητικής: Ο κρητικός Απόσπασμα 5 [22] (προτεινόμενο θέμα - απαντήσεις)

ΛΟΓΟΤΕΧΝΙΑ ΘΕΩΡΗΤΙΚΗΣ ΚΑΤΕΥΘΥΝΣΗΣ Γ ΛΥΚΕΙΟΥ
ΚΕΙΜΕΝΟ: Δ. ΣΟΛΩΜΟΥ, «Ο Κρητικός» Απόσπασμα 5 [22]
Στο πλέξιμο το δυνατό ό χτύπος της καρδίας μου.
(Κι’ αυτό μου τ’ αύξαιν’) έκρουζε στην πλευρά της κυράς μου.
Άλλα το πλέξιμ’ αργούνε και μοβ τ’ αποκοιμούσε
Ήχος, γλυκύτατος ήχος, όπου με προβοδούσε.
25.   Δεν είναι κορασιάς φωνή στα δάση πού φουντώνουν,
Και βγαίνει τ’ άστρο του βραδιού και τα νερά θολώνουν,
Και τον κρυφό της έρωτα της βρύσης τραγουδάει,
Του δέντρου και του λουλουδιού πού ανοίγει και λυγάει·
Δεν είν’ αηδόνι κρητικό, πού σέρνει τη λαλιά του
30.   Σε ψηλούς βράχους κι άγριους οπ’ έχει τη φωλιά του,
Κι αντιβουίζει ολονυχτίς από πολλή γλυκάδα
Ή θάλασσα πολύ μακριά, πολύ μακριά ή πεδιάδα,
Ώστε πού πρόβαλε η αυγή και έλιωσαν τ’ αστέρια,
Κι ακούει κι αυτή και πέφτουν της τα ρόδα από τα χέρια
35.   Δεν είν’ φιαμπόλι το γλυκό, οπού τ’ αγρίκαα μόνος
Στον Ψηλορείτη όπου συχνά μ’ ετράβουνεν ό πόνος
Κι έβλεπα τ’ άστρο τ’ ουρανού μεσουρανίς να λάμπει
Και του γελούσαν τα βουνά, τα πέλαγα κι oι κάμποι
Κι ετάραζε τα σπλάχνα μου ελευθερίας ελπίδα
40.   Κι εφώναζα: «ώ θεϊκιά κι όλη αίματα Πατρίδα!»
Κι άπλωνα κλαίοντας κατ’ αυτή τα χέρια με καμάρι·
Καλή ‘ν’ ή μαύρη πέτρα της και το ξερό χορτάρι.
Λαλούμενο, πουλί, φωνή, δεν είναι να ταιριάζει,
Ίσως δε σώζεται στη γη ήχος που να του μοιάζει·
45.   Δεν είναι λόγια - ήχος λεπτός ...........................
Δεν ήθελε τον ξαναπεί ο αντίλαλος κοντά του.
Αν είν’ δεν ήξερα κοντά, αν έρχονται από πέρα·
Σαν του Μαΐου τες ευωδιές γιόμιζαν τον αέρα,
Γλυκύτατοι, ανεκδιήγητοι ...................................
50 Μόλις είν’ έτσι δυνατός ό Έρωτας και ό Χάρος.
Μ’ άδραχνεν όλη την ψυχή, και να ‘μπει δεν ήμπόρει
Ό ουρανός, κι ή θάλασσα, κι ή ακρογιαλιά, κι ή κόρη·
Με άδραχνε, και μ’ έκανε συχνά ν’ αναζητήσω
Τη σάρκα μου να χωριστώ για να τον άκλουθήσω.
55.  Έπαψε τέλος κι άδειασεν ή φύσις κι ή ψυχή μου,
Που εστέναξε κι εγιόμισεν ευθύς οχ την καλή μου·
Και τέλος φθάνω στο γιαλό την αρραβωνιασμένη,
Την απιθώνω με χαρά, κι ήτανε πεθαμένη.

ΕΡΩΤΗΣΕΙΣ
1.    Να παρακολουθήσετε τη δράση της φύσης σε σχέση με τον αγώνα του Κρητικού. Μπορείτε να αναγνωρίσετε τη θέση που κατέχει η φύση στο ποιητικό όραμα του Σολωμού;
            Μονάδες 25
2.    Να εντοπίσετε στο συγκεκριμένο απόσπασμα τις χρονικές μετατοπίσεις (αναχρονίες). Ποια είναι η λειτουργία τους;
3.    Στους στίχους 25 - 50 υπάρχει ένα εκτεταμένο σχήμα άρσης και θέσης. Τι εξυπηρετεί αυτό στην προσπάθεια προσδιορισμού της φύσης και της ποιότητας του ήχου;
     Μονάδες 20
4.    α. Να σχολιάσετε τον στίχο 42 του αποσπάσματος: «Καλή ‘ν’ ή μαύρη πέτρα της καί τό ξερό χορτάρι.»
β. Να σχολιάσετε το δραματικό τέλος του ποιήματος.        
Μονάδες 20
5.    Να συγκρίνετε τον «Κρητικό» του Σολωμού με το «Μήτηρ θεού» του Σικελιανού, αναφορικά με την επίδραση που ασκεί η φύση στον εσωτερικό κόσμο του ήρωα / αφηγητή.
     Μονάδες 20
Άνεμος φύσαγε γλυκός, από μακριά φτασμένος,
με τη γαλήνια ευωδιά των κάμπων φορτωμένος.
Τα μύρα πλέαν ανάερα, αντίκριζε η ψυχή μου,
όθε κι αν γύριζε, γοργή, τη μυστική άθληση μου.
Και ιδές ... Ανθοί ανεπάντεχοι, δαφνόδεντρα και βάγια
στης γης αν ευωδάγανε τα ευλογημένα πλάγια,
στα χρυσοπράσινα έλατα αν ο ήλιος, σε μια στάλα,
φλόγα γαλάζια ανάβρυζε, πήδαε πυρρή διχάλα,
Και μιαν ακοίμητη δροσιά κινούσαν, να με ζώνει,
τάγια φαράγγια που κρατούν ολοχρονίς το χιόνι,
α, πώς σπαρτάρισε η καρδιά σαν ένιωσε τα μάγια
τα γλυκανάπνοα, σε σφιχτά να την κρατούν αρπάγια!
Πώς το ρουμπίνι πύρινο ζώνει ψηλά το στέμμα,
όμοια στο νου μου ολόγυρα μαζωχτή ξάφνου το αίμα.
Και πάλι πισωδρόμισε γοργό, σα για να πάρει
Χλωμάδα μεγαλύτερην απ το μαργαριτάρι ...
Ψυχή! Και ξάφνου, σκίζοντας το φοβερό σκοτάδι
η αχτίδα της το δάκρυ μου το βρήκε ωσάν πετράδι!
1.       Η δράση της φύσης και ο αγώνας του ήρωα βρίσκονται σε στενή αλληλεξάρτηση στον «Κρητικό» του Σολωμού. Οι δυνάμεις της φύσης που ενεργούν στη βάση αυτής της σχέσης - αντιπαράθεσης είναι δύο ειδών: στοιχεία αρνητικά που αντιπροσωπεύουν την άλογη βία μέσα στη φύση (θάλασσα, τρικυμία) και στοιχεία θετικά, η ίδια η φύση ως αρχέτυπο του κάλλους και του αγαθού με σημαντικότερο το δεύτερο είδος, αφού η τρικυμία και το ναυάγιο αποτελούν μονάχα το αφηγηματικό πλαίσιο του έργου, ενώ το κέντρο κατέχει η επικοινωνία του ήρωα με τη φύση. Στην πρώτη περίπτωση η τρικυμία και η αναταραχή της φύσης συνδυάζεται με τη δική του ένταση των δυνάμεων, την πάλη, με αποτέλεσμα την αύξηση του αγωνιστικού του φρονήματος για την επίτευξη του σκοπού του, δηλαδή τη σωτηρία της κόρης (Στο πλέξιμο το δυνατό ό χτύπος της καρδιάς μου. / (Κιαυτό μου τ’ αύξαιν’) έκρουζε στην πλεύρα της κυράς μου).
Στη δεύτερη περίπτωση εμφανίζεται μια κλίμακα παραλλαγών με «κλειδί» ένα σχήμα αντιπαράθεσης ανάμεσα στην ηθική θέληση του ήρωα και το πνεύμα της φύσης. Έτσι, λοιπόν, η φύση ως «αντίμαχη δύναμη», πολεμά τον άνθρωπο με δύο τρόπους που βρίσκονται σε συνάρτηση μεταξύ τους: α. Διαβρώνει την ηθική του θέληση με το ακαταμάχητο κάλεσμα για ζωή, την επίγεια ευδαιμονία που ακτινοβολεί η φύση. Στο παραπάνω απόσπασμα έχουμε ένα ταυτόσημο μοτίβο της φύσης ως ενδοκοσμικού παραδείσου, όπου προβάλλει η ζωή ως κατεξοχήν περιοχή πληρότητας και μακαριότητας (στίχοι 29 - 42) β. Παραλύει την αντίσταση ενάντια στα φυσικά εμπόδια με τη μαγευτική ακτινοβολία των αξιών των οποίων είναι φορέας, δημιουργώντας κρίσιμες συγκρούσεις στο χώρο της συνείδησης, οι οποίες προβάλλουν το καίριο πρόβλημα της ηθικής ελευθερίας του ανθρώπου. Έτσι ενισχύεται η υπεροχή της φυσικής βίας εξουδετερώνοντας το αγωνιστικό φρόνημα του ανθρώπου. Αξιοσημείωτο, όμως, είναι ότι η σύγκρουση αυτή στον «Κρητικό» συμπορεύεται με μια πνευματική ανάταση και μια ηθική ολοκλήρωση.
Ο γλυκύτατος ήχος συνοψίζει σ’ ένα σύμβολο μουσικό τον παναρμόνιο ρυθμό της φύσης που - όπως και η φεγγαροντυμένη ως πλαστικό σύμβολο - επιδρά καταλυτικά στον αγώνα του ήρωα, αφού τον αφομοιώνει και εξουδετερώνει το αγωνιστικό του πνεύμα με αποτέλεσμα να χάσει τον αγώνα που αγωνιζότανε να σώσει την αγαπημένη του. Άρα ο γλυκύτατος ήχος, με γνώμονα την τελική συνέπεια, λειτουργεί ως παραπλανητικός περισπασμός. Ευθύς εξαρχής δηλώνεται η σαγηνευτική επίδραση του ήχου που πλημμυρίζει το φυσικό χώρο, ενώ ούτε στιγμή ο ήρωας δεν μπόρεσε να νικήσει την ακαταμάχητη λειτουργία του. Κατά τον Ε. Καψωμένο, το μουσικό σύμβολο του ήχου εισάγει μία σχέση διονυσιακή ανάμεσα στον άνθρωπο και τη φύση, όπου το Εγώ απορροφάται από τη φύση και τείνει να διαλυθεί μέσα στην ευρύτερη κοσμική ενότητα. Ο στίχος 50: (Μόλις είν’ έτσι δυνατός ο Έρωτας και ό Χάρος) είναι χαρακτηριστικός: Η σύζευξη Έρωτα και Χάρου, στοιχεία της Ορφικής και Ελευσίνιας λατρείας, δίνει δύο ομοειδείς εκδηλώσεις του ίδιου καταλυτικού ενστίκτου που ερεθίζει μέσα στην ψυχή του ήρωα ο ήχος αυτός. Με το γλυκύτατο ήχο βγαίνει στην επιφάνεια το διονυσιακό πνεύμα της φύσης και αντιπαρατίθεται στην ισχυρή ατομικότητα του ήρωα ερεθίζοντας τον πόθο του να αρνηθεί το Εγώ, να βγει από τα όρια της ατομικότητάς του (έκσταση) και να ταυτιστεί ολοκληρωτικά με την καρδιά του Κόσμου, να συγχωνευτεί μαζί του (Με άδραχνε, και μ’ έκανε συχνά ν’ αναζητήσω / Τη σάρκα μου να χωριστώ για να τον ακλουθήσω). Έχουμε, λοιπόν, μια λανθάνουσα αντιπαράθεση: από τη μια η βούληση και ο αγώνας του Κρητικού, από την άλλη το σαγηνευτικό όραμα μιας ανώτερης τάξης του Κόσμου, που απορροφώντας τον τείνει να τον αποσπάσει από το στόχο του.
Συνολικά, η φύση και η σχέση του ανθρώπου μαζί της εμφανίζεται στον Δ. Σολωμό ως πρόβλημα με κοσμοθεωρητικές προεκτάσεις και αποτελεί οργανικό στοιχείο της ποιητικής μυθολογίας του. Η φιλοσοφία του Σολωμού έχει διπλή μορφή, σύμφωνα με τις δύο όψεις που παρουσιάζεται στο πνεύμα η φύση. Άλλοτε βαθύς διχασμός στο πνεύμα και αγώνας ανάμεσα στο ηθικό και φυσικό χώρο. Άλλοτε πάλι ο σπιριτουαλισμός του Σολωμού αγκαλιάζει όλη τη φύση στην ενότητά της ταυτισμένη με τις πνευματικές ουσίες.
2.         Η αφήγηση στον Κρητικό δεν παρακολουθεί συνεχώς τα γεγονότα στη χρονογραφική τους διαδοχή, δηλαδή σύμφωνα με την ιστορική του εξέλιξη και τη φυσική τους σειρά μέσα στο χρόνο. Μέσα από την αφήγηση του κεντρικού επεισοδίου, το οποίο αποτελεί ένα «κλειστό κύκλωμα» από γεγονότα διατεταγμένα ευθύγραμμα στο χώρο - χρόνο (αν και η αφήγηση ξεκινά in media res) ο ποιητής υφαίνει ολόκληρη την ιστορία του ήρωα πριν και μετά το ναυάγιο, επιτρέποντας έτσι «διαφυγές» από το χρόνο που ορίζουν τα χρονολογικά διατεταγμένα θέματα. Οι διαφυγές αυτές έχουν τη μορφή αναλήψεων / αναδρομών στο παρελθόν και των προλήψεων / προβολών στο μέλλον. Έτσι ο μύθος, η αφήγηση, αναπτύσσεται παράλληλα σε τέσσερα χρονικά επίπεδα που καλύπτουν όλες τις χρονικές βαθμίδες ως προς το χρόνο των γεγονότων και τα οποία αλληλοδιαπλέκονται (α: χρόνος ναυαγίου, β: προϊστορία του ήρωα στην Κρήτη, γ: χρόνος του ήρωα ως πρόσφυγα μετά το ναυάγιο και το χαμό της κόρης, δ: οραματισμός της Έσχατης Κρίσης - μεταφυσικός χρόνος).
Ως προς τη λειτουργικότητά τους οι αναδρομές ή «παλίνδρομες μνήμες» κατά τον Δ. Μαρωνίτη, συνιστούν μια συνοπτική και πλήρη, αν και διασπαρμένη, βιογραφία του ήρωα ως την κρίσιμη μέρα του ναυαγίου, ενώ αναδρομές και προλήψεις μαζί συνιστούν επιβράδυνση.
Πιο συγκεκριμένα, στο δεδομένο απόσπασμα εντοπίζουμε τις ακόλουθες αναχρονίες - αναδρομές, οι οποίες ανήκουν στο δεύτερο χρονικό επίπεδο:
α. στίχοι 25 - 34: (Κρητικό ειδύλλιο - μοτίβο του αηδονιού).
Στην προσπάθειά του ο ήρωας να προσδιορίσει την ποιότητα και την προέλευση του μαγευτικού ήχου που τον συνοδεύει, ανατρέχει στις μνήμες του στο εφηβικό του παρελθόν. Μέσα από λυρικές εικόνες και εκτενείς παρομοιώσεις, όπου κυριαρχούν τα θέματα του έρωτα και της φύσης, ανασυνθέτει στιγμές της αμέριμνης ειδυλλιακής εφηβείας του στην Κρήτη,
β. στίχοι 35 - 42: (σκηνή στον Ψηλορείτη - μοτίβο του φιαμπολιού - πατριωτική έξαρση).
Η ζωή του παρελθόντος του ήρωα συμπληρώνεται από τις μνήμες της αγωνιστικής νεότητάς του. Σαν ένα είδος παρέκβασης, οι στίχοι 39 - 42 συνδέουν το μοτίβο του φιαμπολιού με το θέμα της πατρίδας και τη φιλοπατρία. Συνειδητοποιώντας την αρνητική κατάσταση του σκλάβου μέσα από τη θέαση της φύσης, ο Κρητικός στο παρελθόν συνταράζεται σύγκορμα από τον πόθο της ελευθερίας. Αυτό ακριβώς το ήθος θα μεταβληθεί μετά από το ναυάγιο και τις θαυμαστές εμπειρίες της φεγγαροντυμένης και του ήχου, που θα μεταμορφώσουν τον Κρητικό ψυχικά κάνοντάς τον να επαναϊεραρχήσει τις αξίες και τη στάση ζωής του. Το όραμα της Πατρίδας του παρελθόντος αντικαθίσταται από το όραμα της φεγγαροντυμένης και ο Κρητικός μετά από το θάνατο της κόρης και εξαιτίας όσων του αποκάλυψε η ανήκουστη μουσική φωνή του Σύμπαντος, η οποία ίσως είναι η Ουράνια Αγάπη, επιλέγει ένα νέο ήθος και μια νέα στάση ζωής.
3.         Το άκουσμα του άγνωστου αλλά σαγηνευτικού ήχου δημιουργεί στο ναυαγό την επιθυμία προσδιορισμού της πηγής και του ποιού, αυτής της μελωδίας. Έτσι ο αφηγητής εφαρμόζει ένα εκτενές σχήμα «άρσης και θέσης», λέγοντας πρώτα τι δεν ήταν ο ήχος και προβάλλοντας στη συνέχεια κάποια γνωρίσματά του, έστω και αόριστα. Οι τρεις ηχητικές εκδοχές που αποκλείονται προβάλλονται με τη μορφή «αποφατικών παρομοιώσεων» και είναι οι εξής: Αρχικά, στους στίχους 25 - 28, με μια εικόνα πλούσια σε οπτικά, ηχητικά, οσφρητικά και κινητικά στοιχεία, προβάλλει το ερωτικό τραγούδι μιας ερωτευμένης κορασιάς, η οποία τραγουδάει τον κρυφό έρωτά της. Ο μαγευτικός ήχος που άκουγε ο ναυαγός έμοιαζε με αυτό το έξοχο ερωτικό τραγούδι, αλλά δεν ήταν ίδιος. Στη συνέχεια στους στίχους 24 - 34 χρησιμοποιεί τη δεύτερη «αποφατική παρομοίωση». Το κελάηδημα του κρητικού αηδονιού, που τραγουδάει ψηλά στους βράχους όλη τη νύχτα και η γλυκύτατη λαλιά του ακούγεται ως πέρα στη θάλασσα και στην πεδιάδα. Ο μαγευτικός βέβαια ήχος που συντάραξε το ναυαγό έμοιαζε με το κελάηδημα, αλλά δεν ήταν αυτός. Στη συνέχεια στους στίχους 35 - 42 προβάλλει την τρίτη αποφατική παρομοίωση όπου παρουσιάζει τον ήχο του σουραυλιού να ακούγεται στον Ψηλορείτη καθώς ο ήλιος έλαμπε στο καταμεσήμερο. Ο γλυκύτατος ήχος βέβαια του φαμπιολιού, που ως προνομιακός μοναδικός ακροατής άκουγε ο ναυαγός, δεν ήταν ο μαγευτικός ήχος που άκουσε μεσοπέλαγα. Προσπάθησε, λοιπόν, ο Κρητικός μέσω της σύγκρισης με τρεις άλλους γοητευτικούς μουσικούς ήχους, όχι μόνο να αποκλείσει τις τρεις αυτές εκδοχές αλλά κυρίως να πάρει ο αναγνώστης μια ιδέα της γλυκύτητας και της υφής του παναρμόνιου ήχου. Στη συνέχεια ο αφηγητής προσπαθεί να περιγράψει τον σαγηνευτικό ήχο με γενικούς χαρακτηρισμούς και αόριστα ή δευτερεύοντα γνωρίσματα. Έτσι στο στίχο 44 μαθαίνουμε πως ήταν μοναδικός (δε σώζεται), καθώς δεν υπήρχε άλλος, που να του μοιάζει. Αναφέρει επίσης στο στίχο 45 πως ήταν λεπτός, ενώ στο στίχο 46 μέσω μιας προσωποποίησης τονίζει πως δεν είχε αντίλαλοεν ήθελε τον ξαναπεί). Στη συνέχεια, στίχος 47, λέει πως δεν ήταν εύκολος ο προσδιορισμός της απόστασης της πηγής (Αν είν’ δεν ήξερα κοντά). Επιπλέον μέσα από μια οσφρητική εικόνα στο στίχο 48, παρουσιάζεται ο μουσικός εκείνος ήχος ως ευωδιαστός. ενώ στους επόμενους στίχους προβάλλεται ως πλούσιος και ευχάριστος στην ακοή. Στο στίχο 49, τον χαρακτηρίζει ανεκλάλητο (άνεκδιήγητος) και στο στίχο 50 προβάλλεται η καταλυτική του δύναμη, συγκρίνοντάς την μ’ αυτή του Έρωτα και του Χάρου.
4.    α. «Καλή είναι η μαύρη, πέτρα της και το ξερό χορτάρι»: Ένας στίχος που αναφέρεται στη γενέθλια γη με απλή και επιγραμματική διατύπωση, στον οποίο υπάρχουν δύο υποκείμενα με τους προσδιορισμούς τους, κατανεμημένα ισόρροπα στα δύο ημιστίχια. Ο Σολωμός δίνει ιδιαίτερο βάρος στον στίχο αυτό, όπως φαίνεται και από το γεγονός ότι ο ίδιος επαναλαμβάνεται ελαφρώς παραλλαγμένος στους «Ελεύθερους Πολιορκημένους» και στην «Καταστροφή των Ψαρών». Ο στίχος 42 λοιπόν, αναφέρεται στον ξενιτεμένο που θυμάται με λαχτάρα τη μητρική γη και είναι έτοιμος ακόμα και τώρα να θυσιαστεί για αυτήν. Τα στοιχεία που συνθέτουν αυτή τη γη είναι «ταπεινά» και «άσχημα»: η συνεκδοχή και η μεταφορά που υπάρχουν στη φράση μαύρη πέτρα επισημαίνουν την πετρώδη υφή του ελληνικού τοπίου και η φράση ξερό χορτάρι τονίζει την έλλειψη ευφορίας της ελληνικής γης. Ωστόσο, ανάμεσα στον άνθρωπο και τη μητρική γη του υπάρχει ένας ιδιαίτερος δεσμός, μια τρυφερή και συνάμα ιδιαίτερα ισχυρή σχέση αγάπης. Η αγάπη αυτή έχει τη δυνατότητα να μεταμορφώνει το χρώμα και την υφή των στοιχείων της γης: η μαύρη πέτρα δεν είναι πια μαύρη και το χορτάρι δεν πια ξερό και ο ποιητής για να δηλώσει τη μεταμόρφωση του τοπίου, χρησιμοποιεί χωρίς υπερβολές, απλά τη λέξη «καλή».
β. Το τέλος του ποιήματος στ. 57-58 είναι ιδιαίτερα δραματικό και ταυτόχρονα απότομο. Τα δύο μεγάλα θέματα του «Κρητικού» που απέσπασαν την προσοχή του ναυαγού από την προσπάθεια σωτηρίας της αγαπημένης του έχουν οριστικά παρέλθει: η «φεγγαροντυμένη» έχει ήδη αποχωρήσει και ο «γλυκύτατος ήχος» δεν ακούγεται πλέον. Ο ήρωας, λοιπόν, στρέφει εκ νέου το ενδιαφέρον του στη σωτηρία της αρραβωνιαστικιάς του. Ωστόσο, στους συγκεκριμένους στίχους υπάρχει ένα αφηγηματικό κενό: ο αφηγητής χρησιμοποιώντας το δραματικό ενεστώτα (φτάνω - απιθώνω) που προσδίδει ιδιαίτερη παραστατικότητα στην αφήγηση, μας ανακοινώνει - χωρίς να μας πληροφορήσει για το τι συνέβη στο μεταξύ διάστημα, επειδή πιθανότατα δεν υπάρχει τίποτα το ενδιαφέρον - ότι φτάνουν με την αγαπημένη του στη στεριά. Και ενώ η ιστορία του ναυαγού φαίνεται να οδεύει σε ένα αίσιο τέλος, στο δεύτερο ημιστίχιο του τελευταίου στίχου μέσα από μία έντονη αντίθεση (χαρά - πεθαμένη) οδηγούμαστε σε μία αιφνιδιαστική ανατροπή: οι προσπάθειες του ήρωα για τη σωτηρία της αγαπημένης του αποβαίνουν άκαρπες, εφόσον εκείνη είναι πια νεκρή. Έτσι ο ναυαγός μετά την απώλεια της πατρίδας, των φίλων και της οικογένειάς του, βιώνει τώρα το αίσθημα της απόλυτης μοναξιάς, έχοντας χάσει και το τελευταίο στήριγμά του : την αγαπημένη του. Το ποίημα τελειώνει απότομα και λιτά χωρίς μελοδραματισμούς και θρήνους, όπως θα ήταν αναμενόμενο λόγω του θανάτου του πιο αγαπημένου προσώπου του Κρητικού. Η λιτότητα αυτή βέβαια και η έλλειψη λυρισμού αιτιολογείται από το γεγονός ότι ο αφηγητής μας έχει ενημερώσει ήδη ότι θα συναντήσει την αρραβωνιαστικά του στον Παράδεισο κατά τη Δευτέρα Παρουσία, για να ζήσουν μαζί την αιώνια ζωή. Τέλος, ιδιαίτερα αξιοσημείωτο είναι το σχήμα του κύκλου που παρατηρείται στο τέλος του ποιήματος: ο πρώτος στίχος του «Κρητικού» κάνει αναφορά στο ακρογιάλι ( Εκσίταα, κι ήτανε μακριά ακόμη if ακρογιάλι), ενώ στον προτελευταίο στίχο γίνεται και πάλι λόγος για το ακρογιάλι (Και τέλος φτάνω στο γιαλό...).Το τέλος του ποιήματος λοιπόν, συνδέεται κυκλικά με την αρχή του.
5.       Ένα χαρακτηριστικό μοτίβο στην ποίηση του Σολωμού είναι η καταλυτική επίδραση της φύσης στον άνθρωπο. Στο παρόν ποίημα, ο ανεπανάληπτος και μοναδικός ήχος που άκουσε ο ναυαγός συντάραξε, όπως εξομολογείται, την ψυχή του. Ο απόκοσμος ήχος φαίνεται να συναρπάζει τόσο πολύ το ναυαγό, ώστε αυτός να μην μπορεί να προσηλωθεί σε όσα είχε καθήκον να κάνει εκείνες τις δύσκολες στιγμές (να ‘μπει δεν ημπόρει Ό ουρανός, κι ή θάλασσα, κι ή ακρογιαλιά, κι ή κόρη). Συγκεκριμένα αδυνατούσε να ασχοληθεί με τα καιρικά φαινόμενα, με τη φουρτουνιασμένη θάλασσα, αλλά και με τον τρόπο προσέγγισης της ακρογιαλιάς. Επιπλέον, η μαγεία του ήχου τον είχε συναρπάσει τόσο πολύ που επιθυμούσε ν’ αποχωριστεί το σώμα του κι έτσι η ψυχή του ελεύθερη να πάει κοντά στον ήχο και να τον ακολουθήσει (Με άδραχνε, και μ’ έκανε συχνά ν’ αναζητήσω / Τη σάρκα μου να χωριστώ για να τον ακλουθήσω.). Ένιωθε δηλαδή την ανάγκη να πεθάνει ώστε ν’ ακολουθήσει σε κάποιο ιδεατό χώρο αυτόν τον μαγευτικό ήχο.
Το ίδιο ισχυρή είναι η επίδραση της ομορφιάς της φύσης στον ψυχισμό του Σικελιανού στο ποίημα «Μήτηρ Θεού». Αρχικά αποδίδεται μέσα από εντυπωσιακές οπτικές, κινητικές και οσφρητικές εικόνες το μεγαλείο του φυσικού τοπίου (Τα μύρα πλέαν ανάερα- αντίκριζε η ψυχή μου, / όθε κι αν γύριζε, γοργή, τη μυστική άθληση μου. / Και ιδές ... Ανθοί ανεπάντεχοι, δαφνόδεντρα και βάγια / στης γης αν ευωδάγανε τα ευλογημένα πλάγια, ... τ’ άγια φαράγγια που κρατούν ολοχρονίς το χιόνι·). Στη συνέχεια ο αφηγητής εξομολογείται, όπως έκανε και ο ναυαγός, την εμπειρία που βίωσε όντας περιτριγυρισμένος απ’ το ανεκδιήγητο φυσικό κάλλος. Η θέα της φυσικής ομορφιάς του προκαλεί εγρήγορση και μια κινητοποίηση εσωτερική την οποία αποκαλεί «μυστική άθληση». Στη συνέχεια παρουσιάζει τον εαυτό του δέσμιο της μαγείας της φύσης, η οποία τον αναστάτωνε ψυχικά («πώς σπαρτάρισε η καρδιά σαν ένιωσε τα μάγια ... την κρατούν αρπάγια»). Έχει εγκλωβιστεί, όπως και ο Κρητικός, στην παγίδα, της ομορφιάς της φύσης. Μάλιστα η παρομοίωση που χρησιμοποιεί, κατά την οποία το αίμα του συγκεντρώθηκε στο νου του, όπως το ρουμπίνι ζώνει το στέμμα, είναι δηλωτική του συγκλονισμού και της συγκίνησης που βιώνει. Επίσης η ομορφιά που περιβάλλει τον ήρωα στο «Μήτηρ Θεού», δρα αναλγητικά, καθώς ανακουφίζει την ψυχή του απ’ τον πόνο προσφέροντάς του ελπίδα, αισιοδοξία και όραμα (... σκίζοντας το φοβερό σκοτάδι / η αχτίδα της το δάκρυ μου το βρήκε ωσάν πετράδι!).

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Related Posts Plugin for WordPress, Blogger...