Τρίτη, 28 Δεκεμβρίου 2010

Διαγώνισμα Αριστοτέλη Ηθικά Νικομάχεια Ενότητες 2 και 3. Άγνωστο: Αισχίνη Κατά Τιμάρχου 167 -168

1.        Με ποιο τρόπο επιχειρεί ο Αριστοτέλης στη 2η ενότητα να καταδείξει τη σχέση της ηθικής αρετής με την ηθική πράξη; 
2.           «Μαρτυρεδέ καί τό γινόμενον ν τας πόλεσιν» (ΕΝΟΤΗΤΑ 3η): Ποιο είναι το κύριο έργο της πολιτείας, σύμφωνα με τον Αριστοτέλη, και πώς υλοποιείται;

ΑΠΑΝΤΗΣΕΙΣ
1. Ο Αριστοτέλης ήδη από την 1η ενότητα διατύπωσε τη θέση του για τις ηθικές αρετές, υποστηρίζοντας ότι αποτελούν επίκτητες και όχι έμφυτες ιδιότητες. Στη 2η ενότητα ενισχύει με μια πρόσθετη απόδειξη τη θέση του αυτή. Η θεμελίωσή της στηρίζεται στη διάκριση των εννοιών «δύναμις» και νέργεια». Ως «δύναμιν» ο Αριστοτέλης εννοεί τη δυ­νατότητα κάθε πράγματος ή όντος να γίνει ή να κάνει κάτι, ενώ ως «νέργειαν» την πραγμάτωση της δυνατότητας αυτής. Με βάση την παραπάνω εννοιολογική διάκριση ο αποδεικτικός συλλογισμός του Αριστοτέλη αναφορικά με τον επίκτητο χαρακτήρα των ηθικών αρετών αναπτύσσεται ως εξής: α. Σε όσες ιδιότητες του ανθρώπου είναι έμφυτες, ό­πως για παράδειγμα η όραση και η ακοή, προηγείται χρονικά η «δύναμις» και ακολουθεί η «νέργεια». Ο άνθρωπος φέ­ρει μέσα του την ενδιάθετη δυνατότητα να δει ή να ακούσει και στη συνέχεια προχωρά στην άσκηση των αντίστοι­χων λειτουργιών, β. τις ηθικές αρετές ο άνθρωπος τις αποκτά με τον εθισμό, με τη συνεχή τέλεση ηθικών πράξεων. Γίνεται, για παράδειγμα, δίκαιος με την τέλεση δίκαιων πράξεων, ανδρείος με την τέλεση ανδρείων πράξεων κ.ο.κ. Αυ­τό σημαίνει ότι στις συγκεκριμένες ιδιότητες προηγείται χρονικά η «νέργεια» και έπεται η «δύναμις». Επομένως, οι η­θικές αρετές δεν ανήκουν στην κατηγορία των έμφυτων ιδιοτήτων. Ο φιλόσοφος, θέλοντας να κάνει πιο κατανοητό τον συλλογισμό του, χρησιμοποιεί την αναλογία. Έτσι, παραλληλίζει τον τρόπο απόσκτησης των ηθικών αρετών («λαμβάνομεν») με εκείνον της εκμάθησης των πρακτικών και των καλών τεχνών («μανθάνομεν»). Δίνει το παράδειγμα του οικοδόμου και του κιθαριστή, οι οποίοι κατακτούν την τέχνη τους μέσα από την επαναληπτική τέλεση των αντίστοι­χων ενεργειών («οκοδομοντες οκοδόμοι γίνονται κα κιθαρίζοντες κιθαρισταί»). Κατ' ανάλογο τρόπο κατακτώνται και οι ηθικές αρετές, με την τέλεση πράξεων που προσιδιάζουν σε αυτές.


2.      Συνεχίζοντας στην 3η Ενότητα την προσκόμιση αποδεικτικών στοιχείων σχετικά με τον επίκτητο χαρακτήρα των η­θικών αρετών, ο Αριστοτέλης αναφέρεται στο έργο των νομοθετών και των διδασκάλων σε μια πολιτική κοινωνία. Ο φιλόσοφος θεωρεί ως ένα από τα σπουδαιότερα έργα της πολιτείας το παιδευτικό, που υλοποιείται κυρίως με τους νό­μους και την παιδεία. Έτσι, λοιπόν, τονίζει ότι πρώτιστο μέλημα και επιδίωξη κάθε νομοθέτη είναι η ηθική αρτίωση των πολιτών, που πραγματώνεται με τον εθισμό τους μέσω των νόμων στην εκδήλωση συγκεκριμένων, κοινωνικά αποδε­κτών συμπεριφορών («ο γάρ νομοθέται τος πολίτας θίζοντες ποιοσιν γαθούς»). Ο βαθμός επίτευξης αυτού του στόχου καθορίζει και τη συνολική αξία του έργου του νομοθέτη, καθώς και την ποιότητα του πολιτεύματος που αυτός συνέταξε («πολιτεία πολιτείας γαθή φαύλης»). Αξίζει να σημειωθεί ότι για τους στοχαστές της αρχαίας Ελλάδας η ηθική ήταν στενά συνυφασμένη με την πολιτική, καθώς δεν σχετιζόταν μόνο με την ατομική αλλά και με τη συλλογι­κή, δηλαδή την πολιτική, δράση και αποτελούσε στόχο του ορθού πολιτεύματος. Επίσης, ο Αριστοτέλης, ακολουθώ­ντας τη συλλογιστική πορεία των προηγούμενων ενοτήτων, διατυπώνει την άποψη ότι η γένεση και η φθορά κάθε η­θικής αρετής οφείλεται στον τρόπο που αυτή ασκείται, όπως συμβαίνει και με τις τέχνες.Ἔτι κ τν ατν ... μοί­ως δέ και τέχνη»). Και στη συγκεκριμένη περίπτωση ο φιλόσοφος χρησιμοποιεί τα παραδείγματα του οικοδόμου και του κιθαριστή, για να καταλήξει στη άποψη ότι ο τρόπος άσκησης μιας τεχνικής δεξιότητας καθορίζει και την ποιό­τητα του ασκούμενου ως τεχνίτη. Επομένως, οι συγκεκριμένες ιδιότητες είναι επίκτητες και όχι έμφυτες. Άλλωστε, αν ήταν έμφυτες, δεν θα χρειαζόταν ο διδάσκαλος, για να διδάξει σε κάποιον, μέσω της άσκησης, μια τέχνη («Ε γάρ μή οτως εχεν ... γαθο κακοί»). Με τον τρόπο αυτό ο Αριστοτέλης αναγνωρίζει τη συμβολή της παιδείας στην από­κτηση δεξιοτήτων και ικανοτήτων από τον κάθε άνθρωπο.

ΑΔΙΔΑΚΤΟ ΚΕΙΜΕΝΟ Ασχίνου, Κατά Τιμάρχου, 167-168
      Τὸ μὲν γὰρ εἰς τὸν Φίλιππον τῷ λόγῳ πλημμελεῖν ἀμαθὲς μὲν καὶ ἄκαιρον, ἔλαττον δ' οὗ μέλλω λέγειν ἁμάρτημα: ὁμολογουμένως γὰρ εἰς ἄνδρα, καίπερ οὐκ ὢν αὐτὸς ἀνήρ, τὰς βλασφημίας ποιήσεται: ὅταν δὲ ταῖς εἰς τὸν παῖδα πεπραγματευμέναις μεταφοραῖς ὀνομάτων αἰσχρὰς ὑποψίας παρεμβάλλῃ, καταγέλαστον τὴν πόλιν ποιεῖ. Ὡς γὰρ τὰς ἐμὰς εὐθύνας βλάπτων, ἃς ὑπὲρ τῆς πρεσβείας μέλλω διδόναι, φησί με, ὅτ' αὐτὸς πρώην πρὸς τὴν βουλὴν ὑπὲρ τοῦ παιδὸς Ἀλεξάνδρου διεξῄει, ὡς ἔν τῳ πότῳ ἡμῶν κιθαρίζοι καὶ λέγοι ῥήσεις τινὰς καὶ ἀντικρούσεις πρὸς ἕτερον παῖδα,   καὶ περὶ τούτων ἃ δή ποτε αὐτὸς ἐτύγχανε γιγνώσκων πρὸς τὴν βουλὴν ἀπεφήνατο, οὐχ ὡς συμπρεσβευτήν, ἀλλ' ὡς συγγενῆ τοῖς εἰς τὸν παῖδα σκώμμασιν ἀγανακτῆσαι.  


ΠΑΡΑΤΗΡΗΣΕΙΣ
1.           Να αποδώσετε το απόσπασμα στη νέα ελληνική.
2.           Να γράψετε το ζητούμενο τύπο για καθεμιά από τις παρακάτω λέξεις του κειμένου:
καιρον: την ονομαστική ενικού στο θηλυκό γένος
λαττον: τον υπερθετικό βαθμό του επιρρήματος
τάς μάς: τη δοτική πληθυντικού του αρσενικού γένους στο β' πρόσωπο και για έναν κτήτορα
το παιδός: τη γενική πληθυντικού
τος σκώμμασιν: την ονομαστική ενικού
ποιήσεται: το γ' ενικό ευκτικής ενεστώτα στην ίδια φωνή
διδόναι: το β' ενικό προστακτικής αορίστου β' στην ενεργητική και μέση φωνή
φησί: το απαρέμφατο ενεστώτα και τη μετοχή του ιδίου χρόνου στην ονομαστική ενικού του αρσενικού γένους
λέγοι: το β' ενικό προστακτικής αορίστου β' στην ίδια φωνή
πεφήνατο: το γ' πληθυντικό οριστικής και προστακτικής παρακειμένου στην ίδια φωνή
3.         τό πλημμελεν, καταγέλαστον, μέ, γιγνώσκων, τος σκώμμασιν, γανακτῆσαι: Να χαρακτηρίσετε συντακτικά τις συγκεκρι­μένες λέξεις.
  4.           Να εντοπίσετε τον υποθετικό λόγο που λανθάνει στο κείμενο, να γράψετε την υπόθεση και την απόδοσή του και να επι­σημάνετε το είδος του.
5.         οκ ν: Να χαρακτηρίσετε συντακτικά τη μετοχή και να τη μετατρέψετε στην αντίστοιχη δευτερεύουσα πρόταση.

ΑΠΑΝΤΗΣΕΙΣ
1.             Το να προσβάλλει λοιπόν με τα λόγια του τον Φίλιππο είναι βέβαια βλακώδες και παράκαιρο, είναι όμως μικρότερο από το σφάλμα που πρόκειται να αναφέρω' γιατί κατά γενική ομολογία θα εκτοξεύσει τις ύβρεις του εναντίον ενός άνδρα, παρό­λο που ο ίδιος δεν είναι άνδρας. Όταν όμως με περιστροφές και ευφημισμούς παρεμβάλλει στην ομιλία του διάφορες αι­σχρές υπόνοιες σε βάρος του γιου του Φιλίππου, τότε κάνει την πόλη μας καταγέλαστη. Διότι με την ιδέα ότι δυσχεραίνει για μένα τη διαδικασία απόδοσης ευθυνών, που πρόκειται να υποστώ σχετικά με την πρεσβεία, λέει ότι, όταν ο ίδιος πα­λαιότερα μιλούσε στη βουλή για τον νεαρό Αλέξανδρο και ανέφερε διεξοδικά πως σε κάποιο συμπόσιο μας έπαιζε κιθάρα και τραγουδούσε ορισμένα τραγούδια αλλά και απαντούσε σε εκείνα που έλεγε ένα άλλο παιδί, και γενικά εξέθεσε όσα τύχαινε να γνωρίζει για τον Αλέξανδρο, εγώ τάχα εξοργίσθηκα για όσα χλευαστικά είπε εναντίον αυτού του παιδιού, όχι ως μέλος της πρεσβείας, αλλά σαν να ήμουν συγγενής του.
2.     ἂκαιρον: καιρος
έλαττον: ἐλάχιστα
τάς εμάς: τος σος
το παιδός: τν παίδων
τος σκώμμασιν: το σκμμα
ποιήσεται: ποιοτο
διδόναι: δός, δο
φησί: φάναι, φάσκων
λέγοι: επέ
πεφήνατο: άποπεφασμένοι είσί(ν), άποπεφάνθων ή άποπεφάνθωσαν
3.          τό πλημμελεν: έναρθρο απαρέμφατο, υποκείμενο στο εννοούμενο ρήμα στί
καταγέλαστον: κατηγορούμενο στο «τήν πόλιν» μέσω του συνδετικού ρήματος ποιε
με: υποκείμενο στο απαρέμφατο «γανακτήσαι» (ετεροπροσωπία)
γιγνώσκων: κατηγορηματική μετοχή εξαρτώμενη από το ρήμα τύγχανε, συνημμένη στο εννοούμενο υποκείμενο του («Δη­μοσθένης»)
τος σκώμμασιν: δοτική της αιτίας από το «γανακτσαι»
ἀγανακτσαι: ειδικό απαρέμφατο, αντικείμενο στο ρ. φησί.
4.         «όταν δε ... τήν πόλιν ποιε»: Η υπόθεση εντοπίζεται στη δευτερεύουσα χρονικο-υποθετική πρόταση (ταν παρεμβάλλη) και η απόδο­ση στο ρ. ποιε (οριστική ενεστώτα) της κύριας πρότασης της ημιπεριόδου. Ο υποθετικός λόγος δηλώνει την αόριστη επα­νάληψη στο παρόν και στο μέλλον.
5.        ούκ ν: επιρρηματική εναντιωματική μετοχή, συνημμένη στο εννοούμενο υποκείμενο «Δημοσθένης» του ρήματος  ποιήσεται. Α­ναλύεται σε δευτερεύουσα εναντιωματική πρόταση: ε καί οκ στί(ν).

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Related Posts Plugin for WordPress, Blogger...